«Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΜΑΣ». Θα πραγματοποιηθεί στο Αελλώ την Τρίτη 23, την Τετάρτη 24 και την Πέμπτη 25 Ιουνίου στο πλαίσιο της καθιερωμένης ενότητας «Πάμε Σινεμά».

Τρίτη 23/06

image

«Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΜΑΣ»


Μοναδικές κινηματογραφικές εκπλήξεις επιφυλάσσει για τους Πατρινούς το φετινό αφιέρωμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας με τίτλο «Ο Κινηματογράφος της Γειτονιάς Μας», που θα πραγματοποιηθεί στο Αελλώ την Τρίτη 23, την Τετάρτη 24 και την Πέμπτη 25 Ιουνίου στο πλαίσιο της καθιερωμένης και ιδιαίτερα επιτυχημένης ενότητας «Πάμε Σινεμά».

Το απαιτητικό φετινό πρόγραμμα του κινηματογραφικού τριημέρου θα μας παρουσιάσει σπουδαίες ταινίες από τις γειτονικές χώρες Τουρκία και Ιταλία, ενώ την τελευταία του μέρα θα διανθιστεί από μια θαυμάσια μουσική παράσταση των αδερφών Ελένης και Σουζάνας Βουγιουκλή.

Το πρόγραμμα του τριημέρου διαμορφώνεται ως εξής:

Τρίτη 23 Ιουνίου, ώρα 21:30

«Μοναδική μου Ηλιαχτίδα», του Ρεχά Ερντέμ (Τουρκία-Ελλάδα)

Τετάρτη 24 Ιουνίου, ώρα 22:30

«Το Κορίτσι της Λίμνης» του Αντρέα Μολαγιόλι(Ιταλία)

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου, ώρα 21:30

-Συναυλία με την Ελένη και τη Σουζάνα Βουγιουκλή

image

– «Οι Τρεις Πίθηκοι» του Μπιλγκέ Τζεϊλάν (Τουρκία)

«Μοναδική μου Ηλιαχτίδα»

Σκηνοθεσία: Ρεχά Ερντέμ

Πρωταγωνιστούν: Ελιτ Ισκάν, Ερντάλ Μπεσίκτσογλου, Λεβέντ Γιλμάζ.

Συμμετοχή στο Φόρουμ του Φεστιβάλ Βερολίνου.

Η σύγχρονη Τουρκία αντανακλάται στην καθημερινότητα της 14χρονης Χαγιάτ, η οποία μοιράζεται ανάμεσα στις ημιπαράνομες δουλειές της οικογενειακής βάρκας, στο αδιάφορο μάθημα στο σχολείο, στην ηχώ από το μακρινό, απειλητικό χάος της πόλης και στη μονοτονία της ακίνητης ζωής σε μια εξοχική καλύβα στις όχθες του Βοσπόρου. Μια ιστορία ενηλικίωσης και παράλληλα μια κοινωνική μεταφορά, την οποία ο Ρεχά Ερντέμ («Το πέρασμα του χρόνου») αναπτύσσει με νωχελικό, ήρεμο αφηγηματικό τέμπο.

Ατμοσφαιρικά κάδρα, παιχνίδι με την κίνηση και την ακινησία, ένας ρεαλισμός που γλιστρά βαθύτερα από την ηθογραφία.

Η «Μοναδική μου ηλιαχτίδα» είναι ένα φιλμ με σαφείς προθέσεις και ευρηματική σκηνοθεσία που θα τη ζήλευαν αρκετοί Ελληνες σκηνοθέτες. (Ο Ρεχά Ερντέμ απαντάει στο κρισιμότερο «γιατί» όλων όσοι αναρωτιούνται για την όψη και την ψυχή της σημερινής ελληνικής ταινίας: το σινεμά πριν απ’ όλα είναι ταλέντο και ικανότητα οργάνωσης της σκέψης και της φαντασίας με εικόνες). Η τουρκική «Ηλιαχτίδα», η οποία στα χαρτιά είναι και ελληνική (στην παραγωγή συμμετέχουν και Ελληνες), αφουγκράζεται τη δύσπνοια ενός κοριτσιού στη σημερινή Τουρκία παρουσιάζοντας με τόλμη (κυρίως σκηνοθετική) ένα ψυχολογικό δράμα σε φόντο νεορεαλιστικό.

Η ταινία πλημμυρίζει από το φως του Βοσπόρου και έχει τις αποχρώσεις της σκουριάς γιατί η ζωή (το αληθινό σκηνικό της «Ηλιαχτίδας») είναι δύσκολη. Η Χαγιάτ (η ηρωίδα της) ζει την πιο κρίσιμη καμπή της εφηβείας της: τη στιγμή κατά την οποία συντελείται η πιο καθοριστική οργανική αλλαγή στο κορμί της. Η 14χρονη Χαγιάτ μοιάζει αυθάδης και ατρόμητη. Τα βγάζει πέρα μονάχη της και με αξιοπρέπεια, όπως η Ροζέτα στη συγκλονιστική ομότιτλη ταινία των Βέλγων Νταρντέν. Στην πραγματικότητα, είναι ένα κορίτσι που τρέμει μπροστά στο μέλλον της ως γυναίκα. Ζει σε μια παράγκα στο Βόσπορο στις εκβολές ενός ποταμιού φροντίζοντας τον δύστροπο παππού που είναι κατάκοιτος από άσθμα. Η Χαγιάτ βρίσκεται ανάμεσα σε ένα φτωχοδιάβολο φυσικό πατέρα (ένας βαρκάρης που μεταφέρει ναρκωτικά και πόρνες στα αγκυροβολημένα πλοία) και έναν «κηδεμόνα» (ο αστυνόμος δεύτερος σύζυγος τής χωρισμένης μητέρας της).

Ο Ερντέμ μεταχειρίζεται το κοινωνικό δράμα σαν ένα εργαλείο για να σχολιάσει τον ψυχολογικό τρόμο που διαρρέει υπογείως την ταινία. Μεγεθύνει το μουρμουρητό και την ανάσα ενός κοριτσιού που άλλοτε είναι αμήχανο, κι άλλοτε αντικρίζει με φόβο τους ρόλους της γυναίκας ως πόρνης και ως υπηρέτριας. Η Χαγιάτ μέχρι τη θεαματική απόδραση του τέλους θα’ θελε να μείνει για πάντα παιδί.

Ο Ρεχά Ερντέμ αποφοίτησε από το τμήμα κινηματογράφου της Σχολής Paris 8 της Σορβόννης. Στη συνέχεια απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο από την ίδια σχολή στις πλαστικές τέχνες. Το 1989 γύρισε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του “Oh Mooon” , μια γαλλοτουρκική συμπαραγωγή. ¨Εχει γράψει το σενάριο σε όλους του τις ταινίες και έχει υπογράψει μια θεατρική σκηνοθεσία, τις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ. Το 2004 με την προηγούμενη ταινία του “Bes Vakit”(Times and Winds) κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ της Ινσταμπούλ καθώς και το βραβείο της Fipresci. Η ταινία έτυχε θερμής κριτικής υποδοχής σε όλο τον κόσμο και προβλήθηκε σε πολλά φεστιβάλ.

«Το Κορίτσι της Λίμνης»

Βραβεία: 8 Ντονατέλο (Ιταλικά ‘Οσκαρ), μεταξύ των οποίων και για Τόνι Σερβίλο.

Μια νέα και όμορφη κοπέλα βρίσκεται νεκρή στις όχθες μιάς μικρής λίμνης της Βόρειας Ιταλίας. Είναι γυμνή, χωρίς όμως ίχνος σωματικής βίας ή σεξουαλικής κακοποίησης. Ένας αστυνομικός καταφθάνει στο χωριό για να διαλευκάνει το έγκλημα.

Η μεγάλη περσινή έκπληξη στην Ιταλία ήταν ένα μικρό αστυνομικό θρίλερ. Αν και βασίζεται στις σελίδες της Νορβηγίδας Κάριν Φόσουμ («Don’t look back»), η διασκευή των Σάντρο Πετράλα – Αντρέα Μολαγιόλι, προσαρμόζει πειστικά πλοκή και χαρακτήρες στο θερμόμετρο μεσογειακό ταπεραμέντρο. Κι ο ιταλικός Βορράς είναι ο ιδανικός τόπος για να κρύψεις ανεξέλεκτα πάθη κάτω από μια ψυχρή, απόμακρη συμπεριφορά. Ο γνωστός μας από τα «Il Divo» και «Γόμορρα» Τόνι Σερβίλο, ως ντετέκτιβ Σάντσιο, αποτελεί την κεντρική φιγούρα του φιλμ. Είναι ο ερευνητής, ο οποίος για να βρει τι πραγματικά συνέβη στην Άννα, πρέπει να κοιτάξει πέρα από το προφανές, σε ό,τι δηλαδή παραμονεύει πίσω από τα λίγα και μέσα στο μυαλό των ανθρώπων. Πως μπορεί όμως να το κάνει αυτό, όταν δυσκολεύεται να συνεννοηθεί με τη γυναίκα και την κόρη του;

Ο άλλος κεντρικός «χαρακτήρας» της ταινίας είναι το ίδιο το σιωπηλό χωριό, που προσπαθεί να κρατήσει τα μυστικά του τις ενοχές του για τον εαυτό του.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος Μολαγιόλι το προσεγγίζει μ’ έναν ήρεμο, αλλά ανήσυχο τόνο από την αρχή, προσπαθώντας ν΄ ανακαλύψει όλες τις σκοτεινές ιστορίες του. Η επίμονη παρουσία του Σάντσιο ξύνει την επιφάνεια της ειδυλλιακής ταπετσαρίας, αυτό όμως που αποκαλύπτει δεν είναι ούτε ακόμα μια νοσταλγική ηθογραφία ούτε μια αστυνομικά καμουφλαρισμένη κοινωνική αλληγορία.

Είναι το έγκλημα της διπλανής πόρτας, η αμαρτία εκείνη για την οποία όλοι καλούνται να πληρώσουν, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένοχοι για κάτι τελείως διαφορετικό και πολύ βαρύτερο.

Μια πολύτιμη αλήθεια ζωής από ένα χαμηλών τόνων, πολυβραβευμένο στη χώρα του, κινηματογραφικό κομψοτέχνημα.

Χρήστος Μήτσης, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

«Τρεις Πίθηκοι»

Φεστιβάλ: Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών

Έναντι δελεαστικού ποσού, πολιτικός πείθει τον πιστό του σοφέρ να επωμισθεί την ευθύνη (και την ποινή φυλάκισης) που επιφέρει ένα ατύχημα το οποίο απειλή να θέσει σε κίνδυνο τις πιθανότητες του πρώτου για νίκη στις επερχόμενες εκλογές. Ο σοφέρ εκτίει την ποινή του, όταν αποφυλακίζεται, όμως, έρχεται αντιμέτωπος με ένα δυσβάσταχτο ψέμα που κρύβεται στην καρδιά της οικογένειάς του.

Βλέποντας κανείς την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του Τουρκικής καταγωγής δημιουργού που προηγουμένως μας έδωσε το «Μακριά» και τα «Κλίματα Αγάπης» πιστοποιεί για άλλη μια φορά τη δεξιοτεχνία του στον τομέα της σκηνοθεσίας. Τοποθετεί στην υπολογισμένη μέχρι τελικής λεπτομέρειας γεωμετρία και αισθητική των πλάνων του το βραδυφλεγές δράμα μιας τριμελούς οικογένειας που προσπαθεί με διάφορους τρόπους να χειριστεί ένα βαρύ μυστικό που ελλοχεύει στο εσωτερικό της.

Οι «Τρεις Πίθηκοι» είναι από πολλές απόψεις μια πλήρης ταινία δημιουργού, η οποία παίρνει ένα καθαρά προσωπικό σινεμά και του δίνει περαιτέρω φιλοδοξία και σινεμασκόπ εύρος. Περιπλανώμενο στις θεματικές περιοχές που ενώνουν την αμαρτία και την ενοχή με τη δυνατότητα της συγχώρεσης, το φιλμ αποτελεί ταυτόχρονα και ένα από τα πλησιέστερα παραδείγματα που έχουμε δει τελευταία στην έννοια ενός απόλυτου σινεμά όπου οι τεχνικές δεξιότητες συνηγορούν για ένα υπερβατικό και από κάθε άποψη κινηματογραφικό αποτέλεσμα……..

Λουκάς Κατσίκας, ΣΙΝΕΜΑ

« Ο Τζεϊλάν είναι μάστορας της εικόνας και χειρίζεται το ψηφιακό βίντεο με μαγικό τρόπο, αποτυπώνοντας τον συννεφιασμένο ουρανό της Κωνσταντινούπολης σε ηλιοβασιλέματα και ξημερώματα, μελαγχολικά σαν τους ήρωές του. Η απιστία, η ενοχή, η στέρηση, η ανάγκη, διαδέχονται το ένα το άλλο στους χαρακτήρες του δράματος, που προσπαθούν να διαχειριστούν τις επιθυμίες τους και τα πρέπει τους, ακόμη και όταν συγκρούονται μεταξύ τους. Ενα ωραίο μελόδραμα για τη μοναξιά και την ενοχή μέσα στις σχέσεις»

Παναγιώτης Παναγόπουλος, Καθημερινή

O ι «Τρεις πίθηκοι» είναι ένα αριστούργημα. Μια σπάνια ταινία που οικειοποιείται με εμπνευσμένο και δημιουργικό τρόπο το σινεμά του Μπρεσόν και του Αντονιόνι. Η λιτότητα, η αφαίρεση και η συνεχής ακροβασία σε μια λεπτή γραμμή, που χωρίζει τον πραγματικό από τον βιωματικό χρόνο, χρησιμοποιούνται σαν χρώματα σε μια αόρατη παλέτα στα χέρια ενός σπουδαίου δημιουργού του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Εκεί ανήκει ασυζητητί ο Τούρκος Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν. Ούτε ένα καρέ δεν είναι περιττό στους «Τρεις πιθήκους», που εκτυλίσσονται σαν μια παραβολή με σχήμα κύκλου γύρω από το χρήμα και την αλλοτρίωση.

Δημήτρης Μπούρας

Συναυλία Ελένης και Σουζάνας Βουγιουκλή

Οι Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή είναι ένα καταπληκτικό ντουέτο που συνδυάζει την φρεσκάδα και την παράδοση όσο κανένα άλλο από τα σύγχρονα νεανικά σχήματα. Εντυπωσιακές με το ρεπερτόριο τους, με την ακέραιη παρουσίαση κάθε κομματιού και φυσικά την εμφάνισή τους, έχει αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις εδώ και δύο χρόνια στο “Μουσικό Τρένο” στο Ρούφ.

Οι Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν. Είναι εντυπωσιακό και μόνο αυτό που κάνουν. Νέα κορίτσια που μιλούν άπταιστα 7-8 γλώσσες, τραγουδούν σωστά και παίζουν μια πλειάδα οργάνων.

Το CD με το όνομα τους μόλις κυκλοφόρησε από την Legend και αυτές έτοιμες όπως ποτέ να παρουσιάσουν κομμάτια κάθε είδους , είτε αυτά είναι Ρεμπέτικα, Ελληνικά Παραδοσιακά από κάθε διάλεκτο, είτε Πορτογαλέζικα fado, Ισπανικά, Τσιγγάνικα, Σέρβικα, Βουλγάρικα, Αρμένικα, είτε ακόμα και σεφαραδείτικα, μπλουζ ή τζαζ.

ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ ΣΟΥΖΑΝΑ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΗ

Η Ελένη και η Σουζάνα Βουγιουκλή ξεκίνησαν από πολύ νωρίς να πειραματίζονται με τις δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει η ανθρώπινη φωνή, ως εγγενές μουσικό όργανο, και το 1997 έδωσαν τη πρώτη τους συναυλία ως «Βόρειο Σέλας» με ρεπερτόριο από τραγούδια a cappella, χωρίς όργανα, βασισμένα μόνο στην φωνή.

Ένας επιπλέον λόγος για την προτίμησή τους αυτή στο a cappella είναι και το γεγονός ότι τα περισσότερα τραγούδια τους είναι παραδοσιακά, καθιστικά-αφηγηματικά και συνεπώς τους ταιριάζει περισσότερο ο συγκεκριμένος τρόπος.

Φυσικά ο κύριος όγκος των τραγουδιών τους είναι με τη συνοδεία κιθάρας, πιάνου και κρουστών που παίζουν οι ίδιες. Επειδή ο στίχος είναι ιδιαίτερα σημαντικός στα συγκεκριμένα τραγούδια, τα τραγουδάνε στην πρώτη γλώσσα και με σεβασμό στην προφορά και εκφορά της.

Συνολικά τραγουδάνε σε πάνω από είκοσι γλώσσες και διαλέκτους, τις περισσότερες από τις οποίες κατανοούν αρκετά καλά. Όλα τα τραγούδια τους ξεχωρίζουν για την εκφραστικότητά τους και την αντοχή τους στο χώρο και στο χρόνο και τα δουλεύουν πολύ καιρό πριν να τα παρουσιάσουν, ούτως ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ανακαλύψουν πράγματα που δεν φαίνονται στα πρώτα ακούσματα.

Στην σύντομη καλλιτεχνική τους παρουσία έχουν ήδη συνεργαστεί με πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες όπως με τη Μαρία Φαραντούρη, τον Λουδοβίκο των Ανωγείων, τους Άβατον, πολλές φορές με τον Θανάση Γκαϊφύλια, τον Ψαραντώνη, τον Βασίλη Λέκκα και μόλις πρόσφατα στον πρώτο επίσημα προσωπικό τους δίσκο με τον Γιάννη Σπάθα και τον Θηβαίο.

Από το 2004, συνεργάζονται με το Ερευνητικό Εργαστήρι Παραστατικών Τεχνών ALMA KALMA, υπό το σκηνοθέτη – ερευνητή Γιάννη Μήτρου ως performers-τραγουδίστριες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s