Αφιέρωμα στον Νίκο Νικολαϊδη, Παρασκευή & Σάββατο, 12 & 13/12/2008: ΜΙΑ ΣΤΕΚΙΑ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΖΟΥΜΑ. Σάββατο 13/12, 20.00, DANCartE (Καρόλου 1 & Όθωνος Αμαλίας) Παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Ν. Νικολαϊδη από τον Κωνσταντίνο Τζούμα

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

         ΜΙΑ ΣΤΕΚΙΑ

                         ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΖΟΥΜΑ

                              >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

            Επίμετρο: Μάνος Ελευθερίου

 

Μυθιστόρημα

Επιμέλεια: Κώστας Διονυσόπουλος

Εξώφυλλο: Βίκτωρ Κοέν

Πρώτη έκδοση: Ιανουάριος 2008

Σχήμα: μαλακό εξώφυλλο

Σελίδες: 440

Τιμή: 25€

ISBN: 978-0-9747660-9-6

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

“Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη…σάν τήν πρώτη αγάπη”, γράφει ο Νίκος Νικολαΐδης στο Μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα. Σ’ αυτή την ύστατη πνευματική του μαρτυρία μυθιστοριογραφεί, με το ιδιότυπο ύφος του, για μια τελευταία φορά έντονα και άμεσα τη γενιά του. Ο δεκαπεντάχρονος αφηγητής του μυθιστορήματος καταγράφει την Αθήνα και τις μεταπολεμικές δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα με μια ψύχραιμη, σαρκαστική, προκλητική αλλά και ταυτόχρονα ιδιαίτερα νοσταλγική και ευαίσθητη ματιά. Η ανήσυχη διαδρομή του, κάτω από ροκ εν ρολ και τζαζ ήχους, είναι μία αποκαλυπτική αναζήτηση, γεμάτη αγάπη, συντροφικότητα, περιπέτειες και έρωτα, η οποία όμως οδηγεί σχεδόν μοιραία σε χαμένες ελπίδες, εκρήξεις οργής και ατελείωτες απογοητεύσεις. Ο Νίκος Νικολαΐδης κατανοεί απόλυτα το πόσο αδυσώπητα μας “τιμωρεί” ο χρόνος και το πόσο αμείλικτα η ζωή μάς οδηγεί σε άλλους δρόμους, αλλά ταυτόχρονα υμνεί το αναλλοίωτο των πρώτων μας ονείρων και τη συνέπεια όσων αρνούνται να εγκλωβιστούν στα “όρια” του συστήματος.

 

Σκέψεις και απόψεις του Νίκου Νικολαΐδη:

Για τη συγγραφή: «… Το γράψιμο ενός σεναρίου είναι γενικά πολύ πιο εύκολη δουλειά… Το μυθιστόρημα είναι πιο άγριο. Ο Οργισμένος Βαλκάνιος μου πήρε τέσσερα χρόνια. Το ίδιο έγινε και με τα Γουρούνια στον Άνεμο. Συνήθως γράφω όταν είμαι πολύ στριμωγμένος και σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση…» (Σ.Σ. παρόλα αυτά, το βιβλίο Μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα το ολοκλήρωσε σε λιγότερο από δώδεκα μήνες).

Για την ποίηση: «… Για μένα θα ήταν πιο σημαντικό αν κάποιος από όλους αυτούς αποφάσιζε να μπει μέσα σ’ ένα σούπερ μάρκετ, να κλειδώσει τις πόρτες και να τους αναγκάσει ν’ ακούσουν Καβάφη, Καββαδία και Καρυωτάκη… Θα το ’κανα εγώ, για να τους ληστέψω τις καρδιές».

Για τις ταινίες του, τα βιβλία του και τη ζωή του: «… Ο Βαλκάνιος γράφτηκε για να γίνει ταινία. Δεν έγινε και ίσως να μη γίνει ποτέ, γιατί είναι πολύ ακριβή. Πάντως σαν ταινία πρέπει να διαβάζεται. Όσο για τις άλλες δουλειές μου, όπως και ο Βαλκάνιος, είναι κατά 90% αυτοβιογραφικές, με εξαίρεση τη Γλυκιά Συμμορία που δανείστηκα σε κάποιο, μικρό πάντως ποσοστό, κι άλλες εμπειρίες… Μπορεί να φανεί λίγο υπερφίαλο αυτό που λέω, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζούσα σινεμά και μυθιστόρημα. Ποτέ δεν περπάτησα σε δρόμους που υπήρχαν. Ήμουν παραδίπλα κι έπαιρνα τους δικούς μου. Έτσι πέρασα…».

Για τους ήρωες των ταινιών και των βιβλίων του: «Οι ήρωές μου δεν είναι ποτέ εύθραυστοι και ουδέποτε συντρίβονται. Απλώς επιλέγουν την αυτοδιάθεση, την αντιπαραγωγικότητα και τη μη κατανάλωση αγαθών και ιδεών… Πρέπει ο ήρωας να κουβαλάει μαζί και την αμφισβήτησή του και να διαλογίζεται μ’ αυτήν. Κι ακόμα να αυτοακυρώνεται και συνεχώς να επιδιώκει νέες μάχες στην προσπάθεια να κερδίσει πάλι την αυτοεκτίμησή του. Και αυτό είναι το ζητούμενο. Κι έπειτα, να μην ξεχνάμε και τη σχέση μου με το ίδιο το υλικό. Η αμφισβήτηση πρέπει να ’χει πολλούς αποδέκτες και τι το καλύτερο ν’΄ αρχίζεις από σένα τον ίδιο…».

Για τη δεκαετία του ’50, τα κορίτσια, το σινεμά και τη Λάουρα: «Είχα την ευτυχία να ανήκω σ’ εκείνη τη γενιά της πρώτης αμφισβήτησης και της φυγής. Το σινεμά τότε κάλυπτε απόλυτα αυτά τα αιτήματα. Τους χειμώνες πήγαινα δυο φορές την εβδομάδα και τα καλοκαίρια τρεις. Τις υπόλοιπες μέρες έψαχνα για τα κορίτσια με τις προδιαγραφές θανάτου. Τότε υπήρχαν… Η πορεία μου προς τη Λάουρα άρχισε πολύ περίεργα, όπως συνέβαινε τότε, στα χρόνια της δεκαετίας του ’50. Ώρα 9 το βράδυ, και πέντε τσαμπουκάδες επιτίθενται στον 15χρονο τότε σκηνοθέτη, έξω από το TOP-HAT της Πατησίων. Κατορθώνω και ξεφεύγω και ζητάω βοήθεια από τους φίλους μου μέσα στο TOP-HAT. Βγαίνουν πέντε γομαράκια και ακολουθεί μία άγρια μάχη που δεν κράτησε πάνω από τρία λεπτά, με χαστούκια, μπουνιές, χτυπήματα με zippo, κοπανήματα πάνω στις λαμαρίνες των αυτοκινήτων, κλοτσιές στα κεφάλια και άλλα τέτοια, μέχρι που οι πέντε τσαμπουκάδες το ’βαλαν στα πόδια. Ταραγμένοι μετά όπως ήμασταν, δεν είχαμε διάθεση για χορό και έπειτα από πρόταση δική μου ξεκινήσαμε για σινεμά να δούμε τη Λάουρα, στον Έσπερο, ένα σινεμά απέναντι από το Αττικόν. Δυο ώρες μετά οι έξι φίλοι, καθισμένοι στο σκαλάκι του Εσπέρου, μπροστά από το κατεβασμένο διχτυωτό ρολό του σινεμά, μιλούσαμε έκθαμβοι για τη Λάουρα. Ήμασταν γδαρμένοι και ματωμένοι ακόμα από τον καβγά, με ρούχα σκισμένα και πρησμένα από τις γροθιές χέρια και μιλούσαμε για τη Λάουρα. Ήτανε ο Τάκης το γυάλινο μάτι, ο Μίλτος ο μποξέρ, ο Όλιβερ, ο Βάκης ο βέσπας και ο Μίμης ο Μπογκομόλετς, ήρωες όλοι τους του αυτοβιογραφικού μου μυθιστορήματος με τίτλο Γουρούνια Στον Άνεμο και φυσικά η Λάουρα που από τότε στοίχειωσε μέσα μου για να πάρει πάλι τη μορφή της «Βέρας που δεν έρχεται ποτέ» στο Singapore Sling, που μαζί με τον «Άνθρωπο Που Αγάπησε Ένα Πτώμα» συνιστούν τα βασικά μου μοτίβα σε ταινίες όπως Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα–Πρωινή Περίπολος–Singapore Sling–Θα Σε Δω Στην Κόλαση, Αγάπη μου και εν μέρει καλά καμουφλαρισμένα στο Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα. Και μην ξεχνάμε ότι τρεις από τις ταινίες μου είναι αφιερωμένες σε «κάποια Βέρα τέλος πάντων»…» (Σ.Σ. Η “σκηνή” στο TOP-HAT περιγράφεται στα κεφάλαια 5 και 7 του βιβλίου Μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα).

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Από το κεφάλαιο 5:

(…) —ξύλο είπε ό Μάνος αυτό γουστάρω ό τύπος έκανε μπροστά μισό βήμα κι αμόλησε μιά ροχάλα δίπλα στά παπούτσια του—άν είσαι μάγκας κολύμπα—πατώνω απάντησε ό Μάνος καί ξαφνικά τού χύμηξε καί τού ’ριξε μιά κουτουλιά κι άρχισε αμέσως μιά άγρια κλωτσοπατινάδα βρισιές κλωτσιές μπουνιές ροχάλες γονατιές καί ξεμαλλιάσματα κ’ εγώ πήγα νά βγάλω τ’ αμπέχωνο νά πλακωθώ μαζί τους—αλλά σέ μιά στροφή μέ πέταξε πίσω δυνατά ό Μάνος—φύγε από δώ ρέ Σπόρε.

Τήν καλλίτερη δουλειά τήν έκανε τό παιδοβούβαλο πού ’χε κάτι αρβύλες νούμερο 47 καί τούς γαμούσε στίς κλωτσιές καί τούς μπίσταγε μετά πάνω στό καπό καί τίς πόρτες. Ό αεροπόρος είχε ένα προσωπικό στυλάκι κάτι πρός καραγκιόζη κ έριχνε τίς κλωτσιές του σά μπουνιές καί τίς μπουνιές κλωτσιές κ’ έτσι τούς μπέρδευε μόνο ό Μπογκομόλετς χτύπαγε σωστά καθότι καί μποξέρ αλλά βαρέθηκε γρήγορα γιατί οί άλλοι δυό τού τήν πέφτανε στά γιούργια κι άτσαλα καί δέν τού ’βγαινε ή προπόνηση. Ό Μάνος χοροπηδούσε σά κατσίκι ανάμεσά τους κουφάλες θά πεθάνετε τούς άδειαζε μέ κουτουλιές τούς έβγαινε στήν πλάτη καί άνετος από κεί σβούριζε τίς γροθιές του στά νεφρά τους.

Ό Μπογκομόλετς έστειλε έναν πάνω στίς λαμαρίνες κ’ έσυρε έναν τύπο γονατιστό δίπλα μου μακριά απ’ τούς άλλους καί τού ’ριχνε τούς μπουλκουμέδες ρυθμικά στή μάπα κάτι ανάμεσα μπουνιά σφαλιάρα κι ό τύπος μέ κοίταξε καθώς τίς άρπαζε καί μού ’πε μέ παράπονο—εμείς ρέ φίλε πλακωνόμαστε γιά πάρτη σου καί σύ κάθεσαι καί κοιτάζεις καί γύρισε απότομα νά ξεφύγει καί κεί τού ξέφυγε καί τού Μπογκομόλετς μιά ξεγυρισμένη που βρήκε σβέρκο καί τόν άφησε σέκο. Αμέσως μετά ακούστηκε μιά πόρτα νά κλείνει τό κοκοράκι άναψε τή μηχανή κ’ ήρθανε δύο στραπατσαρισμένοι μές στά αίματα νά μαζέψουνε τόν σέκο που τόν πετάξανε στό πίσω κάθισμα καί πέσαν από πάνω του νά φύγουν. Τό παιδοβούβαλο έσπασε μέ κλωτσιές τά πισινά φανάρια τους κι αυτοί σπινιάραν τήν ξεφτίλα τους πάνω στά λάστιχα καί φύγανε μέ χίλια πρός τά κάτω καί πόρτες ανοιχτές νά κοπανάνε.

Τό όλο σκηνικό δέν κράτησε ούτε λεπτό. Γίνανε όλα τόσο γρήγορα που εγώ στεκόμουνα ακόμα μέ τό μανίκι μου νά κρέμεται μισοβγαλμένο ψιλοχεσμένος κιόλας γιατί σ’ ό,τι καβγάδες είχα μπλέξει μέχρι τώρα ήτανε—κράτα μή τόν πλακώσω τόν πούστη καί σού γαμώ τό μουνί που σέ πέταγε καί τό μπουγαδοκόφινο τήν αδελφή σου καί τέτοια μέ τό στόμα δηλαδή καί τσαμπουκιές τής πλάκας.

 

Μετά έπεσε στά μεγάφωνα καί ή Γκλεντόρα.

Δέ γουστάρω εδώ μέσα πάμε κανά σινεμά είπε βαριανασαίνοντας ακόμα ό Μάνος καί σηκώθηκε—μέ σένα θά τά πούμε αύριο είπε στή Στέλλα που ετοιμαζότανε ν’ ακολουθήσει κι αυτή συμμαζεύτηκε μετά γύρισε καί μέ κοίταξε σέ στύλ φίδι—τί γουστάρει τώρα τό μουνί της;

Έξω απ’ τήν πόρτα τού Τόπ-Χάτ μέ ρώτησε—παίζει κανά καλό ρέ Σπόρε έπαιζε στόν Έσπερο τή Λάουρα—τί ’ναι αυτό ρώτησε τό παιδοβούβαλο—αστυνομικό θρίλλερ καί πρός τό ερωτικό λιγάκι καί είπε ό Μπογκομόλετς γουστάρω φύγαμε.

Μπήκαμε σ’ ένα ταξί Σεβρολέττα ρεφενέ νά μήν αργήσουμε καί σ’ ένα τέταρτο αράζαμε κέντρο πλατεία μές στόν Έσπερο μακριά απ’ τόν κρυστάλλινο πολυέλαιο τής οροφής που όπου νά ’ταν θά ’πεφτε.

Σέ δυό λεπτά βάρεσε ή καμπάνα κι ανοίξανε αργά οί βυσσινιές κουρτίνες στήν άσπρη οθόνη νά δούμε τή Λάουρα.

 

Από το κεφάλαιο 36:

(…) —βασίλεψα πάω γιά ύπνο τού είπα σηκώθηκα πήγα τρικλίζοντας γιά τό κρεββάτι έφτασα κέριξα βουτιά πάνω στά μαλακά σκεπάσματα. Μετά ένοιωσα τόν Μιχάλη νά μού βγάζει τά παπούτσια μετά τά ρούχα πουλόβερ πουκάμισο παντελόνι καί μέ χίλια βάσανα μέ έχωσε κάτω απ’ τό πάπλωμα.—Είσαι γιά τό τελευταίο τσιγάρο; ρώτησε—είμαι γιά σάπισμα φίλε μέ πλάκωσε τό πατέ καί τό κρασί δέν ξέρεις τί τράβηξα νά φτάσω μέχρι εδώ άντε καληνύχτα—είπε κι αυτός καληνύχτα πήγε κ’ έριξε ένα ξύλο στή φωτιά καί έβαλε τή σίτα μπροστά στό τζάκι γύρισα μπρούμυτα καί τόν άκουσα ν’ ανεβαίνει τά ξύλινα σκαλιά γιά τό πατάρι μετά τού φώναξα—δέν ξέρω μαλάκα μου αλλά αύριο θά μέ πάς στόν παλιό σταθμό—ποιό σταθμό;—εκεί που γύρισε ο Όρσον Ουέλλες τή Δίκη—έχασες φίλε μου τόν έχουνε κλείσει γιά συντήρηση—μή σού γαμήσω μέσα ήρθα μέχρι τίς Βρυξέλλες καί δέ θά δώ τόν σταθμό;…—Θά δείς όμως τόν Μιχάλη τόν Βιθέντε μού απάντησε κι αυτά ήταν τά τελευταία του λόγια έτσι απλά χωρίς τυμπανοκρουσίες καί υπερβολές χωρίς κορώνες καί μαντήλια ν’ ανεμίζουνε στήν αποβάθρα γιατί όταν τήν άλλη μέρα τό πρωΐ σηκώθηκα νά πάω γιά κατούρημα έπεσα πάνω στά παπούτσια του γιά τήν ακρίβεια δέν έπεσα κουτούλησα γιατί τά παπούτσια του σαλεύανε στό ύψος τών ματιών μου στό ένα μάλιστα ήταν λυμένο τό κορδόνι κι από πάνω συνέχιζε τό κορμί του μέ τόν λαιμό αρπαγμένο μέσα σέ μιά σφιχτή θηλειά που ανέβαινε ζορισμένη κι άρπαζε πάνω σ’ ένα χοντρό δοκάρι.

—Βιθέντε άσε τίς μαλακίες καί κατέβα από κεί πάνω αλλά τό πρόσωπό του σκούρο μελανί μέ στόμα ανοιχτό πρησμένη γυρισμένη γλώσσα σά νά ’κρυβε πίσω της ένα βραστό αυγό που τόν έπνιγε κ’ ετοιμαζόταν νά μού τό φτύσει κατάμουτρα.

Τόν παράτησα καί πήγα γιά κατούρημα θά ’χε κρύψει κανένα κρίκο στήν πλάτη του καί κρέμεται από κεί καί ή θηλειά μουσαντένια νά μού κόψει τή χολή πρωινιάτικα ό λούστρος.

—μέ τό τρία βγαίνω κατεβαίνεις καί μού φτιάχνεις καφέ κωλόπαιδο…αλλά όταν βγήκα ήταν ακόμα εκεί….

Τελικά μάς τήν έκανε ό Βιθέντε ψυχραιμία τώρα νά τόν κατεβάσω κ’ είδα δίπλα μου μιά πεσμένη καρέκλα κ’ ένα τραπέζι σάν κλωτσημένο παραπέρα—αποκλείεται νά σκαρφαλώσω εκεί πάνω—καλά είσαι ρέ μαλάκα; τού φώναξα μετά κοίταξα τό ρολόι μου σέ μιά ώρα θά ερχότανε ό Τάκης. Πήγα καί κάθησα στό κρεββάτι καί ντύθηκα άναψα ένα τσιγάρο πρέπει νά μαζέψω τ’ αποτσίγαρα καί τά ποτήρια κι άν γίνεται νά μήν κοιτάζω πρός Βιθέντε μεριά. Δίπλα μου ξεκίναγε ένα μακρύ έπιπλο γεμάτο δίσκους κ’ έφτανε μέχρι τό πίκ-άπ καί τό Ρέβοξ σηκώθηκα πήγα καί πάτησα τό πλαίη κι άρχισε νά γυρίζει ή μπομπίνα μετά από δύο-τρείς στροφές άκουσα τή φωνή του απ’ τά μεγάφωνα κι ανατρίχιασα.—Κάρλ Μαρία φόν Βέμπερ κονσερτίνο φύρ κλάρινεττε ούντ ορκέστερ όπους 26 αντάτζιο μά νόν τρόππο.

—δέν τό ’χω ακούσει αυτό ρέ Βιθέντε καί οί βολβοί του σά θολό αλάβαστρο είχαν πεταχτεί έξω καί γυάλιζαν όπου νά ’ναι θά τού πέσουν κάτω θά γκελάρουνε καί θά τούς ψάχνω κάτω απ’ τά έπιπλα έφυγα σφυρί γιά τό μπάνιο κ’ ίσα που πρόλαβα κ έριξα μιά ρουκέττα στήν μπανιέρα μετά ξεπατώθηκα στό ξέρασμα—μόλις τελείωσα πήρα βαθειές ανάσες κρατούσα ακόμα τό τσιγάρο μου τό πέταξα στήν μπανιέρα τήν ξέβγαλα απ’ τά ξερατά έριξα νερό στή μούρη μου ξέπλυνα τό στόμα μου άρπαξα μιά πετσέτα που μύριζε Βιθέντε σκουπίστηκα νά δείς τώρα που θά βγώ έξω θά τήν έχει αράξει στήν πολυθρόνα καί θά γελάει ή κουφαλίτσα….

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>> 

Υπεύθυνη Τύπου: Έφη Παπαζαχαρίου

τηλ: 210-9812580 • 6944-302408 •• fax: 210-9881705 •• efip20@otenet.gr

Advertisements

One thought on “Αφιέρωμα στον Νίκο Νικολαϊδη, Παρασκευή & Σάββατο, 12 & 13/12/2008: ΜΙΑ ΣΤΕΚΙΑ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΖΟΥΜΑ. Σάββατο 13/12, 20.00, DANCartE (Καρόλου 1 & Όθωνος Αμαλίας) Παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Ν. Νικολαϊδη από τον Κωνσταντίνο Τζούμα

  1. Υπουργείο Εξωτερικών. Λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο επίδοξοι Πρέσβεις εκ Προσωπικοτήτων, Πρέσβεις επί τιμή, γηραλέοι συνταξιούχοι Πρέσβεις τους οποίους επαναδιορίζει στο ΥΠΕΞ η Ντόρα Μπακογιάννη, εν είδει χαρεμιού, σύμφωνα με διατάξεις που υπήρχαν στον Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών και επαυξήθηκαν στο πολλαπλάσιο με το άσχετο νόμο 3712/2008. Στην ιστοσελίδα http://www.equal-rights-greece.com ετοιμάζεται η καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ταυτόχρονα σε Βρυξέλλες και Αθήνα, Λ. Βασιλίσσης Σοφίας) για μαζική παραβίαση εκ μέρους του Υπουργείου Εξωτερικών της κοινοτικής οδηγίας 2000/78/ΕΚ που απαγορεύει διακρίσεις λόγω ηλικίας κλπ στην απασχόληση και εργασία.

    Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Εξωτερικών, εν μέσω οικονομικής κρίσης, και ενώ κάνει μύριες όσες διακρίσεις στα όρια υποχρεωτικής εξόδου από την εργασία λόγω ορίου ηλικίας (για άλλους στο 60 έτος που τους έδιωξαν και αμέσως μετά κατάργησαν τη διάταξη, στους διπλωματικούς μέχρι το 65ο και σε άλλους στο 67ο), τώρα φέρνει από τα γηροκομεία υπέργηρους συνταξιούχους Πρέσβεις 80 χρονών, για να τους ταϊζει με χρυσά κουτάλια από τα λεφτά του ελληνικού λαού.

    Στην προσφυγή, στην οποία επιτρέπεται και η τήρηση της εχεμύθειας ως προς το όνομα του καταγγέλλοντος, αφού θα κυνηγηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το κράτος που παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο και πέσει «καμπάνα» και παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ενώ θα χάσουν τον ύπνο τους οι επαναδιοριζόμενοι μετά τη συνταξιοδότησή τους Πρέσβεις), έχουν δηλώσει συμμετοχή και υπάλληλοι τόσο του διπλωματικού κλάδου και λοιπών κλάδων του Υπουργείου Εξωτερικών και απλοί πολίτες που φυσικά και έχουν «έννομο συμφέρον» για να κάνουν την καταγγελία.

    Για δηλώσεις συμμετοχής στην υπογραφή του εντύπου της καταγγελίας, δηλώστε στο

    http://www.equal-rights-greece.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s