Ο Λάκκος του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα σήμερα Τετάρτη 26/11/2008 στο Πάνθεον από την Κινηματογραφική Λέσχη Πάτρας

Βασισμένη στο μυθιστόρημα του βραβευμένου συγγραφέα Κόμπο Άμπε,η ταινία αποτελεί ένα σκοτεινό, λιτό, σουρεαλιστικό

και ατμοσφαιρικό πορτρέτο της αποξένωσης, της πνευματικής κενότητας και της ηθικής κατάπτωσης.

Σύνοψη: Μυστήρια διαδραματίζονται σ’ αυτό το εμπνευσμένο και άχρονο δράμα φόνου και ίντριγκας, άρρηκτα δεμένα σε Γόρδιο δεσμό. Με την κάλυψη του σκοταδιού ένας εξαθλιωμένος ανθρακωρύχος και ο νεαρός γιος του εγκαταλείπουν τη δουλειά και το χωριό τους, για να αναζητήσουν την τύχη τους μακριά από τον αυταρχικό έλεγχο που ασκείται από τη βιομηχανία. Ένας μυστηριώδης ξένος ντυμένος με λευκό κοστούμι, τους φωτογραφίζει από απόσταση. Αργότερα, ο ανθρακωρύχος, αποδεχόμενος μια σημαντική θέση εργασίας που του προσφέρεται, θα μεταβεί σε ένα ανησυχητικά άδειο χωριό. Η μοναδική κάτοικος είναι η ιδιοκτήτρια ενός ζαχαροπλαστείου, που τους εξηγεί ότι το τοπικό ορυχείο έκλεισε και η πόλη ερήμωσε, καθώς οι εργάτες έφυγαν, για να αναζητήσουν αλλού δουλειά. Ανεξήγητα γοητευμένος από την πόλη-φάντασμα, ο ανυποψίαστος ανθρακωρύχος συναντά τον άνθρωπο με το λευκό κοστούμι, που θα τον φέρει αντιμέτωπο με το ακατανόητο, αλλά μοιραίο πεπρωμένο του.

“Το εικαστικό χάρισμα του Τεσιγκαχάρα, έκδηλο στη γλυπτική χρήση του των ερήμων και στις αξιοσημείωτες υπερθέσεις, συνταιριάζεται με τη μοναδική επίθεση της ανορθόδοξης μουσικής επένδυσης του Τακεμίτσου.”
Jonathan Rosenbaum -Chicago Reader

“Υπάρχει μια ανησυχία που υποβόσκει σε ολόκληρη την ταινία και το να την παρακολουθήσεις δε διαφέρει πολύ απ’ το να μπαίνεις μέσα σ’ ένα όνειρο, όπου δεν βγάζουν όλα τέλειο νόημα, όμως η κάθε λεπτομέρεια απαιτεί την απόλυτη προσοχή.”
James Kendrick -Q Network Film Desk

“Μια απ’ τις πιο επιτυχημένες ομάδες στον Ιαπωνικό κινηματογράφο ήταν εκείνη του σκηνοθέτη Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, του σεναριογράφου Κόμπο Άμπε, του συνθέτη Τόρου Τακεμίτσου και του διευθυντή φωτογραφίας Χιρόσι Σεγκάουα.”
Matt Bailey -Not Coming to a Theater Near You

Όπως κι ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, ήταν και ζωγράφος (το πτυχίο που πήρε το 1950 από το Εθνικό Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών και Μουσικής ήταν στη ζωγραφική με λάδι) και αυτό φαίνεται στα έργα του. Οι ταινίες του είναι γεμάτες πλούσια καλολογικά στοιχεία και συμβολισμούς και μοιάζουν περισσότερο ονειρικές παρά πραγματικές και ορθολογικές. Επηρεασμένος τόσο από τους σουρεαλιστές, όπως ο Σαλβαδόρ Νταλί και ο Λουίς Μπουνιουέλ, όσο και από το δικό του κινηματογραφικό υπόβαθρο στα ντοκιμαντέρ, ο Τεσιγκαχάρα κατέχει μια μοναδική θέση στον ιαπωνικό κινηματογράφο των ‘60s, συγχωνεύοντας τις αβανγκάρντ ανησυχίες του με τον πειραματικό κινηματογράφο.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τεσιγκαχάρα «Ο Λάκκος» επιδεικνύει πολλές από τις στιλιστικές και θεματικές του τάσεις, ενώ αποτελεί την πρώτη από τις τέσσερις συνολικά φορές που συνεργάστηκε με τον σεναριογράφο Κόμπο Άμπε. Η ταινία είναι συγκλονιστική, παρόλο που σε κάποια σημεία φαίνεται ότι δεν έχει συνοχή. Αποτελεί το πρώτο του πειραματικό έργο, στο οποίο ο σκηνοθέτης προσπαθεί να εξαντλήσει τις αισθητικές αρχές του στο φιλμ, να σπρώξει ακόμη πιο μακριά τα όρια και να προκαλέσει τις αντιλήψεις. Η ταινία είναι μια μυστηριακή, φαντασιακή και κοινωνική δήλωση, με διαφορετική διάσταση κάθε φορά να έρχεται στην επιφάνεια ανάλογα με το πώς τη «διαβάζεις».
Η ιστορία ξεκινά αρκετά απλά με έναν ανθρακωρύχο και το νεαρό γιο του που ψάχνουν για δουλειά. Ο σκηνοθέτης από την πρώτη στιγμή δίνει στην ιστορία του κοινωνικές προεκτάσεις, βασίζοντάς την στις εργασιακές συνθήκες των ανθρακωρύχων, τους κινδύνους που διατρέχουν και την εκμετάλλευση που υφίστανται. Όλα αυτά απεικονίζονται με ένα συνδυασμό φανταστικών σκηνών και ντοκιμαντερίστικου στιλ.
Ο ανθρακωρύχος μαθαίνει ότι τον θέλουν για μια δουλειά και στο δρόμο σταματά με το γιο του για να ζητήσουν οδηγίες σε μια πόλη-φάντασμα, όπου όλοι έχουν φύγει αφότου έκλεισε το τοπικό ορυχείο. Ο μοναδικός άνθρωπος που συναντούν είναι μια γυναίκα, που εξακολουθεί να ζει εκεί. Εν τω μεταξύ, ένας μυστηριώδης άντρας με λευκό κοστούμι παρακολουθεί χωρίς προφανή αιτία τον εργάτη και το γιο του.
Από κει κι έπειτα, ο Τεσιγκαχάρα ενορχηστρώνει μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη σειρά καταστάσεων, που ξεκινά με έναν ξαφνικό και βίαιο φόνο, που οδηγεί σε άλλους φόνους και σε μια έρευνα της αστυνομίας, που αποκαλύπτει ότι ο ανθρακωρύχος έχει ένα σωσία (τον ρόλο ενσαρκώνει πάλι ο Hisashi Igawa). Αυτό το ντουμπλάρισμα αποτελεί μια από τις πολλές στιγμές, που ο Τεσιγκαχάρα εξερευνά ένα από τα αγαπημένα του θέματα: την ευαίσθητη φύση της ταυτότητας.
Η ταινία αγγίζει τα όρια του φανταστικού όσες φορές κάθε δολοφονημένος χαρακτήρας γίνεται φάντασμα και παρακολουθεί τα γεγονότα που εκτυλίσσονται, αλλά είναι ανήμπορος να αλληλεπιδράσει με τους ζωντανούς. Αυτά τα φαντάσματα λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο σαν αιθέρια υποκατάστατα ενός ανύπαρκτου κοινού, κάνοντας ερωτήσεις στους ζωντανούς χαρακτήρες και προσπαθώντας να πάρουν μέρος στη δράση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές, τα φαντάσματα ουρλιάζουν απεγνωσμένα προσπαθώντας να πάρουν μια απάντηση από τους ζωντανούς για το τι τους συνέβη, ενώ στις κραυγές τους αντηχούν η δική μας σύγχυση και ματαίωση προσδοκιών.
Όπως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, ο Τεσιγκαχάρα δεν ενδιαφέρεται για τις εύκολες απαντήσεις, αλλά το αντίθετο: να θέτει δύσκολα ερωτήματα και να μας προκαλεί με αμφισημίες. Σαν αποτέλεσμα, ο Τεσιγκαχάρα συχνά ανατρέπει το αναμενόμενο. Για παράδειγμα, ενώ ο γιος του ανθρακωρύχου τυπικά θα έπρεπε να είναι σύμβολο της αθωότητας, εδώ είναι μια αμφίσημη φιγούρα που αντιδρά στη βία με μια περίεργη έλλειψη συναισθηματισμού, που μας τρομάζει, καθώς σκεφτόμαστε ότι ίσως έχει περισσότερα κοινά με τον βίαιο δολοφόνο, παρά με κάθε άλλο χαρακτήρα.
Ενώ η αφήγηση στο «Λάκκο» μπορεί μερικές φορές να μας μπερδεύει με τους ελιγμούς της, που φαίνεται ότι δεν έχουν κάποια χρησιμότητα (όπως μια βίαιη σεξουαλική συνάντηση της γυναίκας και ενός ντόπιου αστυνομικού), ο οξύς τρόπος που αποδίδονται οι σκηνές είναι αξιομνημόνευτος. Ο Τεσιγκαχάρα μεταχειρίζεται την μεγάλη οθόνη, ακριβώς όπως έναν καμβά: έτοιμο να γεμίσει με προκλητικές εικόνες και εντυπωσιακές συνθέσεις, που υπογραμμίζονται από τα επαναλαμβανόμενα σε συμβολισμούς θέματα σχετικά με την ηδονοβλεψία (ο άντρας με το λευκό κοστούμι που παρακολουθεί το ανθρακωρύχο και το γιο του, το μικρό αγόρι που παρακολουθεί τους σεξουαλικούς θεατρινισμούς της γυναίκας μέσα από μια τρύπα στον τοίχο, τα φαντάσματα που παρακολουθούν τις έρευνες για τον ίδιο τους το φόνο). Υπάρχει κάτι σκοτεινό που κρύβεται πίσω από την ταινία και το να την παρακολουθείς δεν απέχει πολύ από το να μπαίνεις σε ένα όνειρο, που δεν πολυκαταλαβαίνεις, αλλά η κάθε του λεπτομέρεια απαιτεί την απόλυτη προσοχή.

Κριτική από τον James Kendrick

Μια ταινία δυνατή, ευρηματική και βαθύτατα προσηλωμένη στην παραδοσιακή Ιαπωνική νοοτροπία του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960…

Η πρώτη ταινία μυθοπλασίας του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, είναι μια καταπληκτική δουλειά, αν επικεντρωθείς στη θεματολογία και το στυλ, όπως στις περισσότερο γνωστές του ταινίες, το «Γυναίκα στους Αμμόλοφους» και «Το Πρόσωπο ενός Άλλου». Αν και μπορεί να φαίνεται λιγότερο ριζοσπαστική σε σχέση με τις δύο επόμενες ταινίες του, η ουσία, το πλεονέκτημα αυτής του κινηματογραφικού αυτού επιτεύγματος, βρίσκεται στις λεπτές αποχρώσεις που καταφέρνει να αναδείξει.

Εξιστορώντας την περιπλάνηση ενός ανθρακωρύχου με το μικρό γιο του, που πάει από πόλη σε πόλη ψάχνοντας για δουλειά, ο σκηνοθέτης κάνει ένα συνδυασμό από διαφορετικού είδους στοιχεία. «ο Λάκκος» είναι ένα κοινωνικο-ρεαλιστικό πορτρέτο της εργατικής τάξης στη μεταπολεμική βιομηχανική Ιαπωνία και της υπερφυσικής αλληγορίας. Ανθρακωρύχοι απεργοί, έρχονται αντιμέτωποι με περιπλανώμενα φαντάσματα σε έρημες, απομονωμένες περιοχές. Αλλά αυτή η μείξη διαφορετικών στοιχείων, λειτουργεί εντυπωσιακά καλά, γιατί οι εργάτες και τα φαντάσματα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: τη ματαιότητα.

Η πρώτη από τις τέσσερις συνεργασίες ανάμεσα στον Τεσιγκαχάρα, το λογοτέχνη Κόμπο Άμπε και τον συνθέτη Τόρου Τακεμίτσου, είναι πέρα από την τελειοποίηση των τεχνικών μορφών, ένα «πάντρεμα» θεμάτων, προβληματισμών και συνεργασίας που όλα συγκλίνουν στο βασικό ερώτημα της ταυτότητας και της αναζήτησης του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι ένα δυναμικό, μεθυστικό συνονθύλευμα, αλλά που απευθύνεται στον μέσο θεατή. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται η εργατική τάξη, που εδώ αποτελεί τον κρίκο απ’ τον οποίο ενώνονται και στηρίζονται όλα, μια αναφορά στους οικονομικά ασθενέστερους κι αδύναμους ανθρώπους που βρίσκονται στο κατώτερο σημείο της σκάλας. Ο πρωταγωνιστής μας καταδιώκεται από έναν μυστηριώδη εγκληματία ντυμένο στα λευκά και κάποια στιγμή πέφτει θύμα του και επιστρέφοντας με τη μορφή φαντάσματος, συνειδητοποιεί ότι ο θάνατός του ήταν μέρος μιας παρτίδας σκάκι, ανάμεσα στην κόντρα δύο ντόπιων εργατών. Το χειρότερο είναι ότι τον είχαν μπερδέψει με κάποιον άλλον άντρα

Συναρπαστική ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος, «Ο Λάκκος» είναι δυνατή, απίστευτα ευρηματική και βαθύτατα προσηλωμένη στην παραδοσιακή Ιαπωνική νοοτροπία του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960.

Κριτική από τους Tom Mes και Jasper Sharp

Ένα σκοτεινό, σουρεαλιστικό και ατμοσφαιρικό πορτρέτο της αποξένωσης, της πνευματικής κενότητας και της ηθικής κατάπτωσης…

Με την κάλυψη του σκοταδιού, ένας κατατρεγμένος ανθρακωρύχος (Hisashi Igawa) και ο νεαρός, απαθής γιος του (Kazuo Miyahara), συνοδευόμενοι κι από έναν άλλο απελπισμένο συνάδελφο, εγκαταλείπουν τη δουλειά και το χωριό τους, για να αναζητήσουν την τύχη τους μακριά από τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας (και τον αυταρχικό έλεγχο που ασκείται) από την πανίσχυρη βιομηχανία. Ένας μυστηριώδης και μεθοδικός ξένος ντυμένος μ’ ένα λευκό κοστούμι (Kunie Tanaka) κρυμμένος πίσω από τα πέτρινα μνημεία του γειτονικού νεκροταφείου, τον φωτογραφίζει από απόσταση.
Ο ανθρακωρύχος τελικά βρίσκει δουλειά σε ένα καλά οργανωμένο μεταλλωρυχείο και συνεχίζει τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής. Μια μέρα, ο προϊστάμενος του ανακοινώνει ότι μια μεγαλύτερη εταιρία θα ήθελε να τον προσλάβει. Σαν απόδειξη της σημαντικής θέσης που του προσφέρεται, του δείχνει μια φωτογραφία του ανθρακωρύχου που συνόδευε το συμβόλαιο της εταιρίας. Ο ανθρακωρύχος αποδέχεται τη θέση και όταν φτάνει με το γιο του στον τόπο του ραντεβού, το μόνο που αντικρίζει είναι ένα ανησυχητικά άδειο χωριό. Η μοναδική κάτοικος είναι η ιδιοκτήτρια ενός ζαχαροπλαστείου (Sumie Sasaki), που περιμένει τον εραστή της να έρθει να την πάρει από εκεί. Αυτή τους εξηγεί ότι το τοπικό ορυχείο έχει κλείσει, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να καταρρεύσει και η πόλη ερήμωσε, καθώς οι εργάτες έφυγαν, για να αναζητήσουν αλλού δουλειά. Ανεξήγητα γοητευμένος από την πόλη-φάντασμα, ο ανυποψίαστος ανθρακωρύχος συναντά τον άνθρωπο με το λευκό κοστούμι, που θα τον φέρει αντιμέτωπο με το ακατανόητο, αλλά μοιραίο πεπρωμένο του.
Βασισμένη στο πειραματικό μυθιστόρημα του συγγραφέα της μεταπολεμικής εποχής Κόμπο Άμπε, η ταινία αποτελεί ένα σκοτεινό, λιτό, σουρεαλιστικό και ατμοσφαιρικό πορτρέτο της αποξένωσης, της πνευματικής κενότητας και της ηθικής κατάπτωσης. Η πρώτη μεγάλη μήκους ταινία του Τεσιγκαχάρα συνδυάζει τον ψυχρό ρεαλισμό των προηγούμενων μικρού μήκους ντοκιμαντέρ του, (με έργα, όπως τα: «Hokusai», μια ευλαβική σφαιρική θεώρηση των έργων του Katsushika Hokusai, «Ικεμπάνα», ένα εισαγωγικό φιλμ στην τέχνη, το σχεδιασμό και την αισθητική της ανθοδετικής και το «Jose Torres», ένα πορτρέτο του σεμνού και ήρεμου Ολυμπιακού αθλητή) με τους καφκικούς ψυχολογικούς εφιάλτες της συμβολικής μοντέρνας λογοτεχνίας του Άμπε, με σκοπό να συνυφάνει συνειδησιακές καταστάσεις και υποκειμενικές πραγματικότητες σε μια επιβεβλημένη έκθεση της φύσης της ύπαρξης. Ο Τεσιγκαχάρα επεκτείνεται στις υπαρξιακές καταστάσεις με τη χρήση ενός σωσία, που όχι μόνο συνδέει τις φαινομενικά ανόμοιες ζωές (και πεπρωμένα) του φτωχού ανθρακωρύχου και του προέδρου του σωματείου, αλλά επίσης οπτικά προκαλεί τη μεταφυσική σύνδεση των ζωντανών και νεκρών κατοίκων της (μεταφορικά και κυριολεκτικά) πόλης-φάντασμα.
Εντύπωση προκαλεί η κολασμένη και αιώνια κίνηση των νεκρών κατοίκων, που μιμούνται τις κινήσεις που έκαναν τη στιγμή του θανάτου τους. Η απόδειξη κι η επικύρωση της σωματικής τους ύπαρξης έχει περιοριστεί στο σισύφειο τελετουργικό του μηδαμινού – και ανώνυμου – ανθρώπινου αγώνα. Κατ’ επέκταση, το ορυχείο που είναι έτοιμο να καταρρεύσει χρησιμεύει ως μια σκοτεινή και προφητική αντανάκλαση, όχι μόνο της οικονομικής κατάρρευσης της πόλης, αλλά και της ηθικής αβύσσου που δημιουργείται, όταν ξυπνά η απληστία, η εκμετάλλευση και η απανθρωπιά.

Κριτική του Acquarellο (2003)

Γεννήθηκε στο Τόκιο στις 28 Ιανουαρίου 1927. Είναι γιος του Σόφου Τεσιγκαχάρα, ιδρυτή της Σχολής Σογκέτσου για την Ικεμπάνα. Το 1950 αποφοίτησε ως ζωγράφος από το Εθνικό Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών και Μουσικής στο Τόκιο. Το 1958 ανέλαβε τη Διεύθυνση της Σχολής Σογκέτσου και έπαιξε ηγετικό ρόλο σε πρωτοποριακές δραστηριότητες όλων των πεδίων της τέχνης. Από το 1980 δρώντας συγχρόνως ως σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής, έγινε πρύτανης της Σχολής Σογκέτσου για την Ικεμπάνα. Πέθανε στο Τόκιο στις 14 Απριλίου 2001 από λευχαιμία.

Φιλμογραφία

1953 Hokusai
1956 Ikebana
1958 Tokyo 1958 – Τόκιο, 1958
1959 Jose Torres
1962 Pitfall – Ο Λάκκος
1964 That Tender Age – Στο άνθος της ηλικίας
1964 Woman in the Dunes – Γυναίκα στους αμμόλοφους
1965 Jose Torres II
1965 White Morning – Λευκό πρωινό
1966 Stranger’s Face – Το πρόσωπο του ξένου
1967 Explosion Course – Η εξέλιξη της έκρηξης
1968 The Ruined Map – Ο κατεστραμμένος χάρτης
1972 Summer Soldiers – Καλοκαιρινοί στρατιώτες
1984 Antonio Gaudi
1989 Rikyu
1992 The Princess Goh – Η πριγκίπισσα Goh

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s