…O DAMO SUZUKI, Ο ΛΟΡΕΝΣ ΦΕΡΛΙΝΓΚΕΤΤΙ, Ο ΑΡΚΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΗΓΑΝΙΑ ΜΠΑΜΙΕΣ…

…του Αντώνη Μποσκοϊτη

 

Σήμερα το πρωί έλαβα ένα mail από τον Damo Suzuki που μου έλεγε πόσο καλά πέρασε στο πέρασμα του από την Ελλάδα, για την εμφάνιση του στο «Κύτταρο» με τη Σαβίνα Γιαννάτου και τους Stationary Machinery και για όλους τους καλλιτέχνες που πρόλαβε να γνωρίσει. Ο φίλτατος Ιάπωνας βοκαλίστας και performer τις μέρες αυτές βρίσκεται στο Λονδίνο, ολοκληρώνοντας τη μίνι περιοδεία του κατά μήκος της βρετανικής επικράτειας. Η αλήθεια είναι πως τόσο εγώ, όσο και το συνεργείο μου (ο Δημήτρης Θεοδωρόπουλος στη διεύθυνση φωτογραφίας, η Μιράντα Θεοδωρίδου στα κοστούμια, η Εύη Ζαφειροπούλου στο μακιγιάζ, ο Φάνης Καραγιώργος στον ήχο και ο Έκτορας Λυγίζος στο…γούρι), τον ταλαιπωρήσαμε λιγάκι. Κι ενώ αρχικώς φοβόμουν μήπως νιώσει κουρασμένος και ανασφαλής για το live που θα’ ρχόταν σε μερικές ώρες, ο Suzuki όχι απλά έβγαλε εις πέρας το γύρισμα, αλλά ενσωματώθηκε 100% σ’ όλο αυτό το παρανοηκό γαϊτανάκι που αποπειραθήκαμε να στήσουμε από το τίποτα σχεδόν, με προεξάρχοντες τον γλωσσοκεντριστή ποιητή Αντρέα Παγουλάτο, την ηθοποιό Ρόζα Προδρόμου, τον ντράμερ Θανάση Αρχανιώτη και βέβαια τη Σαβίνα, η οποία αρκέστηκε στο να μας επιτρέψει να κιν/φήσουμε την πρόβα τους. Θυμάμαι που τον υποδέχτηκα Σάββατο μεσημέρι στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», άρτι αφιχθέντα από το λατρεμένο μου Άμστερνταμ. Ένας άνθρωπος 57 ετών με μακριά ξασμένα γκρίζα μαλλιά, κοντός και σε εξαιρετικά καλή φυσική κατάσταση. Το ήξερα ότι οι Ιάπωνες και οι Ασιάτες γενικότερα έχουν το χάρισμα του Ντόριαν Γκρέι, όπως επίσης ήξερα ότι πίνουν και του σκασμού, δίχως κανένα…παρατράγουδο. Ο Suzuki, ειδικά στα διαλείμματα του live του στο «Κύτταρο», μου το επιβεβαίωσε το τελευταίο. Μου φαινόταν αδιανόητο να μοιράζομαι το ταξί με τον ίδιο καλλιτέχνη που τα βινύλια του αποτελούσαν κανονική εφηβική μαστούρα! Λάτρεψα τους Can κι αργότερα ολόκληρο το kraut- rock κίνημα, απ’ την πηγή του οποίου σήμερα πίνουν ακόμη όλοι οι ηλεκτρονικοί παραγωγοί διεθνώς.Συχνά ανατρέχω στο θρυλικό «Ege Bamyasi» με το hit «Vitamin C» ή το «Tago- Mago» (αυτό με το εξώφυλλο όπου ένα απροσδιόριστο ον…ξερνάει τον εγκέφαλο του!), στο οποίο οι ατονάλ ψυχεδελικές φόρμες του γερμανικού γκρουπ μπλέκονται με τα σπαρακτικά φωνητικά- ουρλιαχτά του Suzuki. «Για σένα θα έγραψε ο Άλεν Γκίνσμπεργκ το Ουρλιαχτό» του είπα κατά τη διαδρομή προς το ξενοδοχείο του για να λάβω την αποστομωτική απάντηση «αυτά τα λένε οι δημοσιογράφοι! Ούτε τον Γκίνσμπεργκ γνώρισα ποτέ, ούτε τον Κέρουακ, ούτε είχα σχέση με την ποίηση. Ένας χίπης του δρόμου ήμουν που γύριζα τον κόσμο, μου έκατσαν οι Can και δουλέψαμε σε τρεις δίσκους»! Παρ’ όλα αυτά, ο Suzuki αρνήθηκε στο φιλμάκι που κάναμε να πει το παραμικρό για τη θητεία του στους Can. Με μια λεκτική μονοκοντυλιά διέγραψε σύσσωμο το kraut-rock ρεύμα και το παρελθόν του, προτιμώντας να μιλήσει για το τι κάνει σήμερα. Αναμενόμενη αντίδραση! Την είχα ζήσει και πριν δυο χρόνια όταν μάζευα τους μουσικούς που θα εμφανίζονταν και στο «Ζωντανοί στο Κύτταρο- Σκηνές ροκ»…Πάντως, η πολιτική χροιά που έδωσε στο λόγο του (του πρότεινα να μιλήσει σε αγγλικά, γερμανικά και γιαπωνέζικα με τη συμβολή της Μαίρης Λιούγκου στην επί τόπου μετάφραση), έδωσε ταυτόχρονα και το προφίλ ενός rocker καλλιτέχνη, πιστού στις αξίες του και αρνητή ένταξης στο οποιοδήποτε σύστημα: δήλωσε κατ’ ευθείαν αναρχικός, τα έχωσε στην Panx Americana και υπερασπίστηκε τον αυτοσχεδιασμό ως μέσο έκφρασης στην τέχνη.Δήλωσε ακόμη «αθεϊστής» κι εγώ τον σκέφτηκα εκεί, γύρω στο ΄74-΄75, όταν δηλαδή παράτησε πρόσκαιρα τη μουσική για να γίνει μάρτυρας του Ιεχωβά…Ευτυχώς δεν τον πήγα νοερά σε κείνη την περίοδο.»Θα’ φαγε τη φρίκη του και θα συνήλθε ο άνθρωπος» ήταν η δεύτερη σκέψη που πάγωσε την πρώτη. Θα πρέπει, λοιπόν, στο εν λόγω γύρισμα μέσα στο «Κύτταρο» ο Suzuki να εντυπωσιάστηκε από το λόγο και το σκηνικό ανάστημα του Αντρέα Παγουλάτου. Η Μιράντα έντυσε τον ποιητή με μαύρο κοστούμι και καπέλο δεκαετίας ΄50, επιχειρώντας μια ενδυματολογική σύνδεση με τους beatniks. Ο ίδιος, προσωπικός φίλος του Λόρενς Φερλινγκέττι, διάβασε ποιήματα του, πότε ως μπάρμαν του «Κύτταρου» και πότε ως άνθρωπος της γκαρνταρόμπας!


 

 

 

 

 

Το ποίημα που έγραψε για τον Suzuki με αφορμή τη συγκεκριμένη συνεύρεση τους στην ταινία αξίζει, νομίζω, να παρατεθεί κάποια στιγμή αυτούσιο εδώ πέρα! Το όλο σουρεάλ σκηνικό (κι επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι η λέξη «σουρεάλ» έχει πραγματικό νόημα εν προκειμένω) κορυφώθηκε με ένα τηγάνι…κινέζικης κοπής γεμάτο μπάμιες, το οποίο ο Παγουλάτος με τον Suzuki επιδείκνυαν εν μέσω απαγγελιών και βοκαλισμών, προβαίνοντας σε άλλη μια σύνδεση με το προαναφερθέν άλμπουμ «Ege Bamyasi» και το εξώφυλλο με τις μπάμιες στην κονσέρβα. Απορώ έτσι γιατί ο Γερμανός φίλος μου κιν/φιστής Daniel Klein, όταν τον φιλοξένησα λίγα χρόνια πριν, απόρησε βλέποντας σερβιρισμένες μπάμιες.Τόσο, που ζήτησε να τις δει ωμές με σκοπό να τις περιεργαστεί! Αφήνοντας κατά μέρος τη σχέση των Γερμανών με τις μπάμιες, ας ξαναπάμε στο «Κύτταρο» και συγκεκριμένα στην ώρα που ο Suzuki ανέβηκε στη σκηνή. Δίπλα του, πεσμένη στο πάτωμα, ντυμένη με βραδινό ένδυμα και ξυπόλυτη, η Ρόζα Προδρόμου κατάφερε κατά την ταπεινή μου άποψη να βγάλει όλο αυτό το σύγχρονο υπαρξιακό αδιέξοδο που ξεκινά σε ελαφριά μορφή από τη μοναξιά και τη θλίψη και καταλήγει στο απόλυτο τέλμα της σχιζοφρένειας. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή του Αρκά!Την έβαλα να διαβάζει από μέσα της Αρκά, τις ιστορίες του «Έλα στο καμαρίνι μου», οδηγούμενη σταδιακά σ’ έναν κανονικό θρήνο συνοδευόμενη από τα ανατριχιαστικά φωνητικά του Suzuki και τους αυτοσχεδιασμούς στα τύμπανα του Αρχανιώτη. Νομίζω πώς η Ρόζα κι ο Θανάσης ήταν οι πρωταγωνιστές της σκηνής αυτής και πώς ο Suzuki δέχτηκε εν αγνοία του να τους συνοδεύσει ή, καλύτερα θέλω να πιστεύω, γούσταρε τρελά την όλη κατάσταση. Κι ας εστίαζε σ’ αυτόν η κάμερα αλλάζοντας φακούς με γρήγορους ρυθμούς, περνώντας από tres gros του ιδρωμένου προσώπου του σε γενικά της παλλόμενης φιγούρας του, λες και μπροστά μας είχαμε τον Joe Cocker στο «With a little help from my friends» από το Γούντστοκ!

 Το γύρισμα τέλειωσε στις 20.30 το βράδυ, λίγη ώρα δηλαδή προτού έρθουν στο χώρο η Σαβίνα Γιαννάτου με τον Τηλέμαχο Μούσα και τον Δημήτρη Καμαρωτό για το check ήχου. Τράβηξα λίγο ακόμη από την πρόβα τους με τα εντυπωσιακά και ανορθόδοξα μουσικά όργανα των Stationary Machinery, όπως και τα εξίσου ανορθόδοξα φωνητικά της Σαβίνας εξ ημισείας με τον Suzuki. Δε νομίζω πώς ταίριαξαν απόλυτα οι δυο τους. Ο μεν Suzuki γυρνάει όλο τον κόσμο και συμπράττει απροβάριστος πάντα με μουσικούς, οι οποίοι ξέρουν καλά ότι πρέπει να συχνωτιστούν μαζί του. Η δε Σαβίνα ασχολείται με τον αυτοσχεδιασμό κάτω από ένα πιο ακαδημαϊκό πρίσμα, προσπαθώντας και καταφέρνοντας τις περισσότερες φορές να αποφύγει την επανάληψη σ’ αυτό που κάνει. Αφήστε που ο πιο πολύς κόσμος νόμιζε εκείνο το βράδυ ότι η ερμηνεύτρια θα πει Χατζιδάκι…Κυρίως όμως σε μένα είχε μετρήσει το γεγονός ό,τι πήρα αυτό που πραγματικά ήθελα από τον Ιάπωνα καλλιτέχνη σε άλλο ένα σύντομο πέρασμα του απ’ τη χώρα μας και μετά από το πολυαναμενόμενο γύρισμα οι μπαταρίες μου μοιραία είχαν αδειάσει. Οδηγώντας τον Damo Suzuki προς το αεροδρόμιο τις πρώτες πρωινές ώρες, τον ευχαρίστησα θερμά κι αγκαλιαστήκαμε. Την ίδια στιγμή μου είπε: «από σήμερα θ’ αρχίσω κι εγώ να διαβάζω ποίηση»…»Ποτέ δεν ειν’ αργά, dear Damo» απάντησα και τότε είπαμε το οριστικό αντίο.
Σήμερα είναι απόγευμα Κυριακής 18 Νοεμβρίου, έξω η βροχή συνεχίζεται πιο άγρια από χθες και πρέπει ευθύς αμέσως να συγκεντρώσω τα cd μου για το ραδιόφωνο…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s