Ένας Αντίλογος για την Μήδεια από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου Β. Νικολαίδη, τα πέντε γιούχα της Επιδαύρου, η αλήθεια για τον προϋπολογισμό της Μήδειας, δηλώσεις για την παράσταση της Επιδαύρου, Η ΑΝΤΖΕΛΑ ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ» ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ «Δεν είμαι αρχαία Ελληνίδα»

Αυλαία στο φετινό- πολυτάραχο και πολυσυζητημένο…- 54ο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Με ένα… «Θέατρο Δωματίου». Που προσαρμόζεται στις ανάγκες του μεγάλου ανοιχτού θεάτρου και παρουσιάζει έναν σύγχρονο «Αγαμέμνονα» σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου, η οποία κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο στην Επίδαυρο υπογράφοντας και τα κοστούμια της παράστασης. Την στηρίζουν- στον επώνυμο ρόλο και ως Κλυταιμνήστρα αντίστοιχα- ο Μηνάς Χατζησάββας και η Αμαλία Μουτούση, εξαίρετοι, έμπειροι ηθοποιοί και μάλιστα με πείρα από Επίδαυρο. Κασσάνδρα η Παρθενόπη Μπουζούρη, Κήρυκας ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Αίγισθος ο Μάξιμος Μουμούρης.«Είδα τον «Αγαμέμνονα» μέσα από το σήμερα- δεν είμαι αρχαία Ελληνίδα», λέει στα «ΝΕΑ» η προερχόμενη από τον χώρο της εναλλακτικής θεατρικής σκηνής σκηνοθέτρια που η αρχαία τραγωδία, σε διαλεκτική σχέση με το σήμερα, αποτελεί βασικό άξονα του ερευνητικού της πεδίου.

«Ο άξονας στον «Αγαμέμνονα» είναι το δίκαιο, η δικαιοσύνη, η ανταπόδοση, η σχέση του ανθρώπου με τον φόνο, πώς τον αντιμετωπίζει ένας πολιτισμός… Σαφώς και είμαι επηρεασμένη από τη σύγχρονη ελληνική και όχι μόνον την ελληνική πραγματικότητα. Η παράσταση έχει κομμάτια σαν μνήμες από τη σύγχρονη ελληνική ιστορία όπως έχουν διασωθεί από τον Όμηρο μέχρι το σήμερα. Για παράδειγμα, κι εμείς μέχρι πρόσφατα είχαμε βασιλιά… Σαφώς και δεν παίρνω θέση ούτε θέλω σώνει και καλά να μιλήσω για την ιστορία της Ελλάδας, απλώς είναι σαν να ανοίγουν κάποια κομμάτια της ιστορίας μας και να ξανακλείνουν. Η παράσταση χρησιμοποιεί στοιχεία από τον ψυχισμό των Ελλήνων και την ελληνική πραγματικότητα.

Δεν ξέρω πόσο καινούργια είναι η ματιά μου. Αλλά δουλεύουμε σε απόλυτη σχέση με τον χώρο της Επιδαύρου: πρόκειται για θέατρο εξωστρεφές, για τον πολύ κόσμο και όχι με στοιχεία «θεάτρου δωματίου»».Ο «Αγαμέμνων» ανεβαίνει σε καινούργια μετάφραση Νικολέττας Φριντζήλα, μουσική Νίκου Βελιώτη, σκηνικά Γκάυ Στεφάνου, φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου, επιμέλεια κίνησης Μαρκέλλας Μανωλιάδη- Δημήτρη Καμινάρη, φωνητική αγωγή Ανρί Κεργκομάρ και βοηθούς σκηνοθέτη τη Γιώτα Αργυροπούλου και την Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου.

Στον Χορό- «μία αυτοσχέδια ορχήστρα που περιμένει τον βασιλιά και θυμάται τραγούδια και εμβατήρια που λειτουργούν σαν συλλογική μνήμη»- συμμετέχουν οι: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Θανάσης Δόβρης, Δημήτρης Δρόσος, Δημήτρης Καρτόκης, Παναγιώτης Κλίνης, Μιχάλης Κοιλάκος, Στράτος Μενούτης, Μάξιμος Μουμούρης, Γιώργος Παπαγεωργίου, Λάμπρος Παπαγεωργίου, Γιάννης Παπαγιάννης, Σίμος Πατιερίδης, Ορέστης Τζιόβας, Χάρης Χαραλάμπους.

«Δημιουργήθηκε αρνητική ατμόσφαιρα» 

 

Ο «Αγαμέμνων», που σίγουρα είναι μια δουλειά μοντέρνας έκφρασης, ανεβαίνει με τον απόηχο των αποδοκιμασιών που αμαύρωσαν τη «Μήδεια» του Ανατόλι  Βασίλιεφ και του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Έχουν στον θίασο ανησυχία, φόβους;

 

«Ναι, δεν είναι καλό αυτό. Βέβαια δεν κατάλαβα γιατί ακριβώς έγινε το γιουχάισμα. Δεν είδα την παράσταση και δεν την κρίνω, αλλά έχω δει παραστάσεις που δεν μου άρεσαν και δεν άρεσαν αλλά δεν άκουσα ποτέ τον κόσμο να γιουχάρει. Σίγουρα δημιουργήθηκε μια αρνητική ατμόσφαιρα. Αλλά εμείς θα κάνουμε τη δουλειά μας, δεν αλλάζει κάτι». Ο «Αγαμέμνων» είναι το πρώτο δράμα μιας τριλογίας της «Ορέστειας» (458 π.Χ.).

Σκέφτηκε να ολοκληρώσει την τριλογία στο μέλλον ή βλέπει το έργο ως ανεξάρτητο;

«Καθόλου. Γι΄ αυτό και η παράσταση έχει στοιχεία από τις δύο επόμενες τραγωδίες. Ναι, σαφώς και θα ήθελα να το κάνω, αλλά δεν εξαρτάται από μένα- είναι μια μεγάλη παραγωγή. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που θα κριθεί και θα αξιολογηθεί κι αυτό θα παίξει ρόλο για τη συνέχισή του ή όχι».

Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη gsarigiannis@dolnet.gr

Δημοσιεύθηκε στα Νέα  Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

Ένας αντίλογος για τη «Μήδεια»

Του Βασίλη Νικολαϊδη

Θεωρώ άδικο να αντιμετωπίζεται μια παράσταση, όποια κι αν είναι αυτή, τόσο μονομερώς, με τέτοια εμπάθεια, όταν μάλιστα ο μόχθος και ο ζήλος όλων ανεξαιρέτως των συντελεστών της είναι τόσο εμφανής κι όταν η παράσταση στην προκειμένη περίπτωση υπογράφεται από έναν από τους σημαντικότερους θεατρανθρώπους του καιρού μας. Μιλώ φυσικά για την κατά Βασίλιεφ «Μήδεια» που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο στις 15 και 16 τρέχοντος. Δηλώνω εξαρχής πως παρακολούθησα την παράσταση του Σαββάτου, 16 του μήνα, προκατειλημμένος κατά τόσο από τις απαξιωτικές δηλώσεις του σκηνοθέτη στον Τύπο όσο και από τις περιγραφές της παράστασης φίλων που παρακολούθησαν την πρεμιέρα. Παραδέχομαι επίσης πως η παράσταση δήλωνε μια έντονη αμετροέπεια, με αδικαιολόγητες και προκλητικές εμμονές (όπως η τρίγλωσση αγγελική ρήση) και, το κυριότερο για μένα, δήλωνε έκδηλη αμηχανία στην αντιμετώπιση των χορικών, τα οποία παρουσιάστηκαν θολά, θορυβώδη και σχεδόν περιττά στην όλη ροή της παράστασης.

Όμως παρ΄ όλ΄ αυτά, πιστεύω πως η παράσταση, παρά τις αντιφάσεις, τις αβλεψίες και την αδικαιολόγητα μεγάλη διάρκειά της, ήταν ενδιαφέρουσα και, το κυριότερο, ήταν προϊόν βαθιάς μελέτης, σκέψης και έμπνευσης. Ευθύς εξαρχής, από την πρώτη σελίδα του προγράμματος, όπου ο Βασίλιεφ παραφράζει τους πρώτους στίχους της Ιλιάδας (όπου Αχιλλεύς- Μήδεια) ήταν σαφές πως ο σκηνοθέτης «είδε» τη «Μήδειά» του ως έπος και μάλιστα ως «μεσογειακό» έπος, αν κρίνει κανείς τα πράγματα από το ξεκίνημα, με το σκηνικό- αρένα και την ποικίλη αμφίεση των μελών της ορχήστρας (ρούχα από όλη τη Μεσόγειο). Ήταν επίσης σαφές πως η γραφή του ήταν ελαφριά, σχεδόν ατμόσφαιρα τσίρκου, πράγμα που δηλώθηκε αμέσως από τη σχεδόν κλοουνίστικη παρουσία του παιδαγωγού. Ο Βασίλιεφ επίσης αρνήθηκε τη σκοτεινή πλευρά του μύθου, μια και όλα διαδραματίζονταν σε εκτυφλωτικό φως, σαν τον ήλιο της Μεσογείου που πυρπολεί τα πάντα. Ο λόγος κατακερματισμένος με συνεχείς παύσεις- τελείες, δήλωνε επίσης σαφώς πως πρόθεση ήταν να μην τονιστεί ο συναισθηματισμός και η τραγικότητα των καταστάσεων.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δηλωμένες καθαρότατα από την αρχή (εξαιρώντας όπως είπαμε τα χορικά), η παράσταση είχε συνέπεια. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε πολλαπλά σύμβολα με ιδιαίτερη μαεστρία. Εξαιρετικές στιγμές, ο τρόπος με τον οποίο η Μήδεια δηλητηριάζει το ίδιο της το ρούχο, χρησιμοποιώντας φίδια, και που στη συνέχεια στέλνει στην κόρη του βασιλιά· η κατασκευή του δηλητηριασμένου στέμματος, το οποίο σφυρηλατεί η ίδια η Μήδεια επί σκηνής, χρησιμοποιώντας ένα κομμάτι από το κανίσκι όπου βρίσκονταν τα φίδια· η καρδιά που η Μήδεια «ξεριζώνει» και «ρίχνει» καταγής, για να μπορέσει να σκοτώσει τα παιδιά της· η συνεχής χρησιμοποίηση του ταύρου ως αρχετυπικού συμβόλου του άντρα. Η «ταυρομαχία» της Μήδειας με τον Ιάσονα, ενώ εκείνη χρησιμοποιεί ως κόκκινο πανί τη φούστα της, υπογράμμιζε με πολύ σαρκασμό την εξάρτηση του άντρα από τα θέλγητρα της νέας συζύγου.Το επεισόδιο με τον Αιγέα, από τα εντελέστερα της παράστασης, και που σαφώς είναι γραμμένο με ελαφριά διάθεση από τον ίδιο τον Ευριπίδη, έγινε στην παράσταση του Βασίλιεφ ένα διονυσιακό σχεδόν δρώμενο, απόλυτα δικαιολογημένο και στηριγμένο. Τέλος θεωρώ ιδιαίτερα επιτυχημένο το επεισόδιο της τελικής σύγκρουσης Μήδειας- Ιάσονα: η μάγισσα εμφανίστηκε σε ένα τρίκυκλο, καθισμένη σε μια πλαστική καρέκλα και κρατώντας τα δύο πάνινα ομοιώματα των παιδιών της, θριαμβεύουσα «βασίλισσα του τσίρκου». Όσο για την αποχώρησή της με τα δύο παιδιά που ξαφνικά «ζωντάνεψαν» και πέταξαν τις μάσκες που ώς τότε φορούσαν, τι άλλο είναι από υπογράμμιση της «άλλης διάστασης» της αποχώρησης της Μήδειας στον Ευριπίδη. Προσωπικά η σκηνή αυτή μου θύμισε έντονα πλάνα από τον Φελίνι με τη θλίψη αλλά και την ειρωνεία που χαρακτηρίζει τον Ιταλό σκηνοθέτη.

Η έννοια του «έπους» τονίστηκε από την επανάληψη, σε τραγούδι πια αποσπασμάτων από τον λόγο.

Μεγάλο ατού της παράστασης, η εξαιρετική δουλειά του Τάκη Φαραζή που, πατώντας σε μοτίβα ρεμπέτικων, αμανέδων κ.λπ., έφτιαξε έναν μαγικό μουσικό μεσογειακό κόσμο και φυσικά η μνημειώδης ερμηνεία της Λυδίας Κονιόρδου- Μήδειας, που από μόνη της δικαίωσε την άποψη του Βασίλιεφ. Τηρώντας απόλυτα τον κώδικα του αποσπασματικού λόγου, με πρωτοφανή εσωτερική ένταση, απέδωσε θαυμαστά όλες τις παραμέτρους του δυσβάσταχτου ρόλου της. Ομολογώ πως η παρουσία της και μόνο μου ήταν αρκετή για να παρακολουθήσω με προσήλωση μια παράσταση με πολλά τρωτά, αλλά και πολύ ενδιαφέρον.

Ο Βασίλης Νικολαΐδης είναι σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου.

Δημοσιεύτηκε στα Νέα  Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

Η χαμένη αθωότητα των «γιούχα»

Ρεπορτάζ: Β. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Γ. ΚΑΡΟΥΖΑΚΗΣ, Φ. ΜΠΑΡΚΑ, ΧΡ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Ν. ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η Τέχνη ενίοτε εξημερώνει τα ήθη και άλλοτε εξάπτει τα πάθη. Ισχύει και… ταυτοχρόνως: μήπως δεν έχουμε δει στην ίδια παράσταση το κοινό διχασμένο, να επευφημεί ή να «γιουχάρει»; Η τελευταία, ακραία ένδειξη απαξίωσης, επικράτησε προχθές στην Επίδαυρο, όχι μόνο στη λήξη, αλλά και κατά τη διάρκεια της παράστασης της «Μήδειας» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Ανατόλι Βασίλιεφ. Δεν ήταν η πρώτη φορά: η ιστορία των Επιδαυρίων, όπως και ολόκληρη η ιστορία των τεχνών, έχει πολλά τέτοια επεισόδια να αφηγηθεί.

Τελικά, το έθος τού «γιούχα» το αποδεχόμαστε ή το… γιουχάρουμε; Είναι θεμιτό ή υπάρχουν κι αξιοπρεπέστεροι τρόποι αντίδρασης; Είναι πάντα ειλικρινές ή κάποτε είναι και υποκινούμενο; ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΟΥΚΟΣ (πρόεδρος του Ελληνικού Φεστιβάλ):

«Ένα κοινό που αντιδρά, είναι καλύτερο από ένα κοινό που κοιμάται. Υπάρχουν όμως και κάποια όρια στη συμπεριφορά μας. Ο Ανατόλι Βασίλιεφ είναι από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της εποχής μας. Ο τρόπος του σόκαρε για αισθητικούς ή ακόμη και εθνικιστικούς λόγους. Για τους Έλληνες, η Επίδαυρος είναι ιερός χώρος και πρέπει όλοι να φαίνονται ως αρχαίοι Έλληνες. Δεν ξέρω αν στη Βρετανία, για παράδειγμα, η μη συμβατική προσέγγιση του Σέξπιρ θεωρείται εθνική ύβρις. Το θέατρο έζησε όλους αυτούς τους αιώνες μέχρι σήμερα, γιατί ο κάθε καλλιτέχνης έρχεται αντιμέτωπος με την ανθρωπότητα της στιγμής εκείνης. Αυτή είναι η παγκοσμιότητα της Επιδαύρου. Απ’ αυτό που είδα, γιατί συνόδευα τον σκηνοθέτη Άμος Γκιτάι και αποχώρησα, το σίγουρο είναι ότι υπήρχε μια συγκεκριμένη πρόταση. Έχω δει άλλες παραστάσεις και φέτος, που δεν είχαν τίποτα να πουν και δεν τις γιούχαρε κανείς».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ (διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου): Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά είναι το θέμα των κινήτρων πίσω από τις αντιδράσεις μας. Τεράστιο ζήτημα, πολύπλευρο, «ηλεκτροφόρο», άπτεται ακόμη και πολιτικών προεκτάσεων, αλλά οφείλουμε να το διερευνήσουμε, αν θέλουμε να δούμε κατάματα την αλήθεια ως προς τη σύγχρονη πολιτιστική μας ταυτότητα».

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ: «Θεωρητικά ο θεατής έχει το δικαίωμα να εκφράσει την αγανάκτησή του για μια παράσταση, φωνάζοντας, ας πούμε «αίσχος». Είναι, άλλωστε, ένα φαινόμενο διεθνές, όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες διαμαρτυριών και αποχωρήσεων θεατών σε παραστάσεις στο εξωτερικό. Επειδή όμως οι άνθρωποι δεν είμαστε αθώοι, τέτοιες εκδηλώσεις δεν είναι απαλλαγμένες από τα προσωπικά κόμπλεξ και τις προκαταλήψεις των διαμαρτυρομένων. Εύκολα μπορούν να επεκταθούν και να καταλήξουν στο γενικευμένο χυδαίο γιουχάισμα καλλιτεχνών, εγκαθιδρύοντας μεταξύ των θεατών μια πολύ χαμηλού επιπέδου επικοινωνία.Η «Μήδεια» του Βασίλιεφ ήταν μια παράσταση που, ακόμα και στις πιο ακραίες, κραυγαλέες και κακές στιγμές της, με ενδιέφερε να παρακολουθήσω και να σκεφτώ. Ήταν μια παράσταση γεμάτη από «κάτι», αντίθετα από πολλές αγιουχάιστες, που ήταν το τίποτα. Και ο φόβος μου είναι ότι αυτό που έγινε στην Επίδαυρο μπορεί να επαναληφθεί στο μέλλον με ευκολία σε οποιαδήποτε ανάλογη ευκαιρία».

ΜΗΝΑΣ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑΣ: «Προτιμώ να δημιουργεί αντιδράσεις η τέχνη, παρά να αντιμετωπίζεται ως μουσειακό είδος. Βέβαια για εμάς τους ηθοποιούς, το γιουχάισμα στη διάρκεια της παράστασης είναι επώδυνο. Δεν μπορείς όμως να κατηγορήσεις το κοινό: αν δεν του αρέσει κάτι, δεν του αρέσει. Το αν κάποιος θα σηκωθεί να φύγει ή θα αρχίσει να φωνάζει εξαρτάται από την παιδεία του. Η αντίδραση είναι ένδειξη υγείας: δείχνει ζωντάνια και επιθυμία για κάτι καλύτερο. Και καλεί κι εμάς τους ηθοποιούς να αναλογιστούμε πώς θα προχωρήσουμε μπροστά. Η συγκεκριμένη παράσταση κι εμένα δεν με ενθουσίασε. Αλλά αυτό είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ: «Θεωρώ αδιανόητη μια τέτοια interactive εμπειρία. Μπορεί μια παράσταση να μην σου αρέσει και τότε σηκώνεσαι και φεύγεις. Στη «Μήδεια» η έναρξη των «γιούχα» δεν ήταν αθώα. Και σας το λέει αυτό κάποιος που η παράσταση δεν του άρεσε καθόλου και γι’ αυτό μετά τη μία ώρα σηκώθηκε κι έφυγε. Άλλο όμως είναι το ένα κι άλλο το άλλο. Το κοινό είναι πάντα συγκινητικό, υπομονετικό και την ίδια στιγμή ικανό για τις πιο ακραίες αντιδράσεις. Εξαρτάται από τους leaders που το καθοδηγούν. Πρόκειται για μια κλασική βιαιότητα της Επιδαύρου…».

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ: «Ο αποδέκτης μιας παράστασης πρέπει να έχει ανάλογη ελευθερία έκφρασης με τον καλλιτέχνη. Οι αντιδράσεις όμως πρέπει να είναι στα όρια της κοσμιότητας, όχι ασύδοτες. Οποιος θέλει μπορεί να αποχωρήσει. Είναι σαν να κλείνεις την τηλεόραση όταν σε δυσαρεστεί. Δεν θέλω να πιστέψω ότι η μάζα είναι υποκινούμενη, θετικά ή αρνητικά. Το κοινό δεν είναι όχλος. Δεν νομίζω ότι ο Βασίλιεφ το υποτίμησε. Το κάνουν άλλοι. Το θέμα δεν είναι να χαρακτηρίσουμε τις αντιδράσεις, αλλά να βρούμε τα αίτια».

ΑΝΤΖΕΛΑ ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ: «Κάνοντας μια παράσταση σαφώς εκτίθεσαι και ενδέχεται κάποιοι να σηκωθούν να φύγουν, να νυστάξουν ή και να κοιμηθούν. Είναι μια ανοιχτή σύμβαση των δημιουργών με το κοινό. Δεν μπορείς να προβλέψεις τις αντιδράσεις ούτε να τις χειραγωγήσεις. Οπωσδήποτε, δεν είναι ευχάριστες για τον καλλιτέχνη. Το κοινό συχνά είναι πολύ σκληρό αλλά και ανεκπαίδευτο. Εχει συγκεκριμένες προσδοκίες και όταν δεν του δίνεις αυτό που θέλει, αντιδρά βίαια. Πάντως οι βίαιες αντιδράσεις δεν ήταν άγνωστες στην αρχαία Ελλάδα. Όταν η παράσταση δεν άρεσε στο κοινό των μεγάλων θεάτρων πετούσαν φαγητά στην Ορχήστρα».

ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΟΥΛΙΩΤΗ: «Είναι σεβαστό να θέλει ο καθένας να πει τη γνώμη του, αλλά ας το κάνει στο τέλος. Εκεί όλα πάντα επιτρέπονται. Πάντως, αν καθόμουν δίπλα σε κάποιον που γιούχαρε την ώρα της παράστασης, θα τον χαστούκιζα».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 19/08/2008

«ΜΗΔΕΙΑ»: Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

«Ταυρομαχίες» και εκτός αρένας

Των Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, Πάνου Θεοδωρακόπουλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Η επόμενη μέρα της «Μήδειας» βρίσκει σε πλήρη δράση την «αρένα» των διαξιφισμών και τους συντελεστές της παράστασης να ετοιμάζουν μια πιο «σφιχτή» εκδοχή για τους επόμενους σταθμούς της περιοδείας
Η επόμενη μέρα της «Μήδειας» του Ανατόλι Βασίλιεφ στην Επίδαυρο βρίσκει κοινό και κριτικούς να συνεχίζουν με αμείωτη ένταση τις «ταυρομαχίες» για την παράσταση και την Πάτρα- έδρα του ΔΗΠΕΘΕ που σήκωσε το βάρος της παραγωγής- μάλλον αναστατωμένη από τον θόρυβο που προκλήθηκε. Ο Ανατόλι Βασίλιεφ έδωσε τη σκυτάλη για τη συνέχεια στη «Μήδεια»- καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας- Λυδία Κονιόρδου για όλες τις παραστάσεις που θα ακολουθήσουν σε Υμηττό, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ελευσίνα, Πετρούπολη. Ο ίδιος θα βρεθεί να δίνει ξανά οδηγίες από τα καμαρίνια μόνο στο Ηρώδειο, επιβεβαιώνοντας εκείνα από τα στελέχη του ΔΗΠΕΘΕ που υποστηρίζουν ότι στόχος και στοίχημα του Βασίλιεφ ήταν μόνο η Επίδαυρος, όπου «ήθελε να ξεδιπλώσει όλες τις σκηνοθετικές του παρεμβάσεις και προτάσεις». Για του λόγου το αληθές, τα σκηνικά στις επόμενες παραστάσεις- το επιβάλλουν οι διαστάσεις των θεάτρων- θα είναι μικρότερα από ό,τι στην Επίδαυρο, ενώ το έργο που- ήδη στη δεύτερη παράσταση άρχισε να «δένει» και μειώθηκε κατά ένα τέταρτο- θα μειωθεί κι άλλο και η συνολική διάρκεια του έργου θα είναι τρεις ώρες, από τρεισήμισι. Όσον αφορά τις συζητήσεις, ο πρόεδρος του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας Βαγγέλης Πολίτης- Στεργίου είπε στα «ΝΕΑ» ότι «η παράσταση είχε πολλά θετικά στοιχεία αλλά και αδυναμίες». Και συμπλήρωσε: «Ήταν μια νέα ανάγνωση, πολύ ενδιαφέρουσα που την στηρίζω ανεπιφύλακτα». Όσο για τον πατρινό Τύπο έγραψε για παράσταση που δίχασε.

Πάντως, η «Μήδεια» του Ανατόλι Βασίλιεφ που αποδοκιμάστηκε επί δύο ημέρες στην Επίδαυρο, δεν μπορεί να διεκδικήσει την πρωτιά στο γιουχάισμα στο θέατρο του Πολυκλείτου…

Το εναρκτήριο λάκτισμα δόθηκε το 1984 με την «Αντιγόνη» του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου. Όπου η εμφάνιση, μεταξύ άλλων νεωτερισμών, της Μαρίας Σκούντζου στον επώνυμο ρόλο να σέρνει αλυσίδες κατάδικου προκάλεσε, εκτός από γέλια, μεγαλόφωνες αντιδράσεις.«Ζεσταμένο» το κοινό εκδηλώθηκε πιο… ελεύθερα στην εξόχως μοντερνιστική «Άλκηστι» του Ευριπίδη με σκηνοθέτη τον Γιάννη Χουβαρδά, που παρουσιάστηκε από το ΚΘΒΕ. Όπου η Άννα Συνοδινού επιδεικτικά αποχώρησε διαμαρτυρόμενη από το κοίλον όπου καθόταν.

Το 1989 είναι η σειρά του «Οιδίποδα τύραννου» του Σοφοκλή που σκηνοθέτησε ο Γεωργιανός Ρόμπερτ Στούρουα για την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Η έκρηξη σημειώθηκε όταν ο Εξάγγελος της παράστασης- η Άννα Μακράκη- έβγαλε από το τσαντάκι της αναπτή ρα και τσιγάρο και το άναψε πριν αρχίσει να διεκτραγωδεί τα νέα δεινά των Λαβδακιδών: «Αίσχος!», «Σβήστο!», «Ντροπή!», «Ιεροσυλία!»… Η ηθοποιός κράτησε την ψυχραιμία της και συνέχισε, αλλά στη δεύτερη παράσταση το τσιγάρο είχε κοπεί. Με το μαχαίρι. Και όχι με κρατική παρέμβαση…

Η τελευταία παράσταση που άκουσε γιουχαΐσματα στην Επίδαυρο ήταν οι «Βάκχες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Γερμανού Ματίας Λάνγκχοφ από το ΚΘΒΕ. Το σκηνικό- σφαγείο της Θήβας με τα σφαχτάρια, ο γυμνός Διόνυσος- Μηνάς Χατζησάββας, η… Γαλλίδα Αγαύη Εβελίν Ντιντί που προσπαθούσε να αρθρώσει σωστά τα ελληνικά (που δεν ήξερε…) άναψαν τα αίματα στο κοίλον- «σήκω Μινωτή, σήκω Παξινού (σ.σ. δεν σηκώθηκαν) να δείτε πού μας κατάντησαν»- αλλά όχι στον βαθμό που συνέβη στο Θέατρο Δάσους της Θεσσαλονίκης, στην πρεμιέρα της παράστασης…Έκτοτε μεμονωμένες φωνές διαμαρτυρίας ή κάποιες ειρωνείες είχαν ακουστεί, κάποιο ιπτάμενο μαξιλαράκι ή αποχωρήσεις είχαν σημειωθεί κατά καιρούς σε διάφορες παραστάσεις, αλλά το «έθιμο» σε εκτεταμένη μορφή μόνο την περασμένη Παρασκευή και το Σάββατο επανήλθε.

 Η αλήθεια για τον προϋπολογισμό

Πολλά γράφτηκαν και γράφονται για τον προϋπολογισμό της «Μήδειας». Στον Τύπο και στο Διαδίκτυο. Ακόμη και φήμες για κόστος 3.500.000 ή και 5.000.000 ευρώ ακούστηκαν… Η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική. Σύμφωνα με έγκυρες και διασταυρωμένες πληροφορίες των «ΝΕΩΝ», η παράσταση- συμπαραγωγή του Ελληνικού Φεστιβάλ και του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας- κόστισε 1.100.000 ευρώ: 400.000 ευρώ στο ΔΗΠΕΘΕ και 600.000 ευρώ στο Φεστιβάλ το οποίο κάλυψε και την υπέρβαση του προϋπολογισμού, λόγω απαιτήσεων του σκηνοθέτη, κατά 100.000 ευρώ. Ποσό υψηλό, αλλά όχι υψηλότερο ακριβώς το ίδιο- από εκείνο για την περσινή «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Στάιν, συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του Ελληνικού Φεστιβάλ.Τα πέντε «γιούχα» της Επιδαύρου

1984: «Αντιγόνη» του Σοφοκλή από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου.

1984: «Άλκηστις» (επάνω) του Ευριπίδη από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

1989: «Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή από τον θίασο Τζένης Καρέζη- Κώστα Καζάκου σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Στούρουα.1997: «Βάκχες» του Ευριπίδη από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Ματίας Λάνγκχοφ.

 2008: «Μήδεια» του Ευριπίδη από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας σε σκηνοθεσία Ανατόλι Βασίλιεφ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s